Έμμισθοι Δικηγόροι - Αιτιώδης η καταγγελία της συμβάσεώς των. Όταν για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνον όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, δηλαδή καθίσταται αιτιώδης. Α.Π. 1739/2023 Πρόεδρος: Η κ. Δήμητρα Ζώη Εισηγητής: Ο κ. Αρ. Βαγγελάτος Δικηγόροι: Οι κ.κ. Β. Κωτσοβίλης - Γ. Μαθιόπουλος - Αλεξ. Λεοντόπουλος - Βαμβέτσος (...) Από τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ.2 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013), που εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταγγελίας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής (ΑΠ 1219/2019), συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Η σύμβαση αυτή λύνεται [εκτός άλλων και] με καταγγελία του εντολέα που συνιστά, κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία (ΑΠ 919/2022, 140/2022). Όταν, όμως, για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ανεξάρτητα προς το αν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται ή όχι στον κανονισμό αυτόν), η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, δηλαδή καθίσταται αιτιώδης (ΑΠ 919/2022, 140/2022). Ως εκ τούτου, η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής υπό καθεστώς μονιμότητας, που έγινε από τον εντολέα χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 174, 180). Ο εντολέας που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση έμμισθης εντολής και έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, περιέρχεται σε υπερημερία ως εργοδότης (ΑΠ 919/2022, 140/2020). Τέτοια ρήτρας μονιμότητας στην υπηρεσία προβλέπεται από το άρθρο 19 παρ.1 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, (ΑΠ 1045/2018, 610/2015, 1833/2006), που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 10 του Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών αυτής και για τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 610/2015), με το οποίο ορίζονται περιοριστικά οι λόγοι απόλυσης των μονίμων υπαλλήλων της, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Εξάλλου η Τράπεζα της Ελλάδος η οποία αρχικά περιλαμβανόταν στο Δημόσιο Τομέα (άρθρο 6 περ. ε του ν.1256/1982), έπαυσε να περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα, με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 (ΟλΑΠ 1/2006, ΑΠ 464/2014, 19/2013). Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 της 6/28.2.2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ.6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012", η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "1. Από 14.2.2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2. Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων, κανονισμών εργασίας, οργανισμών προσωπικού και αποφάσεων διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)". Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ., καταργήθηκαν από τις 14.2.2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, η έννοια της παρ.2 του άρθρου 5 της ανωτέρω Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ.1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και οτιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται, δηλαδή, οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 987/2022, 140/2020, 1237/2019, 426/2018).(...) Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις: α) Με το πρώτο σκέλος αυτού ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και έκρινε ότι αυτή συνδέεται με την εναγόμενη με σύμβαση έμμισθης εντολής, δέχθηκε εσφαλμένα ότι εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 με την οποία καταργήθηκαν διατάξεις νόμων, κανονιστικών πράξεων κλπ που θεσπίζουν όρους μονιμότητας ή ρήτρες μονιμότητας προσωπικού, ενώ η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας και δεν καταλαμβάνει τους δικηγόρους συνδεόμενους με έμμισθη εντολή και δεδομένου ότι ο νέος κώδικας δικηγόρων (ν. 4194/2013) που ετέθη σε ισχύ μετά την Π.Υ.Σ. 6/2012 επανέλαβε στο άρθρο 46 εδ.2 ότι η καταγγελία των εμμίσθων δικηγόρων σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται για σπουδαίο λόγο. Ότι επιπρόσθετα ακόμα και αν η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 επεκτεινόταν και στους δικηγόρους στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, καθόσον αυτή εξαιρείται του δημοσίου τομέα. Ότι τέλος η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 46 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) με το να κρίνει ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής είναι αναιτιώδης καθότι σύμφωνα με την ως άνω διάταξη για το έγκυρο της καταγγελίας απαιτείται η αναγραφή λόγου, ενώ στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτής δεν αναγραφόταν συγκεκριμένος λόγος καταγγελίας. β) Με το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, καθότι ο όρος της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της από την εναγόμενη για σπουδαίο λόγο δεν ορίζεται μόνο από το νόμο αλλά ότι είναι μέρος και της ατομικής της σύμβασης που συνήψε με αυτή το Φεβρουάριο του έτους 1989, καθότι με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 προβλέφθηκε για πρώτη φορά ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου πρέπει να καταγγέλλεται μόνο για σπουδαίο λόγο και συνακόλουθα η σύμβασή της καταλαμβανόταν από τη συγκεκριμένη διάταξη, που είχε καταστεί ατομικός όρος αυτής. γ) Με τον τρίτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθότι δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν οφειλόταν σε εμπάθεια ή εκδικητική συμπεριφορά των εκπροσώπων της εναγομένης, ενώ αν εφάρμοζε τα διδάγματα της κοινής πείρας θα αναγνώριζε ότι η άρνηση της εναγομένης να συνεχισθεί η σύμβαση έμμισθης εντολής αυτής μετά την ακυρότητα της πρώτης καταγγελίας συνιστά εμπάθεια προς το πρόσωπό της με συνέπεια την καταχρηστικότητα της δεύτερης (επικουρικής) καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της στην οποία προέβη αυτή (εναγόμενη). Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 14.1.2015 αγωγής της ενάγουσας προκύπτει ότι με αυτή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυριζόταν ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κοινοποίησε σ' αυτή την από 14.10.2014 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της, κατ' επίκληση των διατάξεων των άρθρων 46 παρ.2 εδ. δ του ν. 4172/2013 και του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 και ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική και ότι είναι επίσης άκυρη για το λόγο ότι "...κρηπίδωμα έχει την αντισυνταγματική ως προσκρούουσα στις διατάξεις των άρθρ. 22 παρ.1 και 2, 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, άρθρ. 5 Π.Υ.Σ. 6/2012 η οποία ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμοστέα, μηδέν αποτέλεσμα επάγουσα" και συνεπώς η ενάγουσα δεν είχε προβάλλει ως βάση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής α) την ανυπαρξία σπουδαίου λόγου ή τη μη αναγραφή στη καταγγελία του λόγου αυτής, β) τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. στους δικηγόρους με σύμβαση έμμισθης εντολής και γ) τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. ως προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. Η, δε, επίκληση των ως άνω λόγων ακυρότητας με τις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με το δικόγραφο της από 17.6.2019 έφεσης της ενάγουσας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συνιστούσε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, με την προσθήκη νέων λόγων ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, όπως ορθά έκριναν τόσο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 2/2019 απόφασή του όσο και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ως προς την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 με την οποία καταργήθηκαν οι ρήτρες μονιμότητας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, και ότι δεν απαιτούταν για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, καθότι η καταγγελία αυτή είναι αναιτιώδης. Και τούτο διότι με το άρθρο 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, καταργήθηκε και η, προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη, ρήτρα μονιμότητας που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ.1 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 10 του Οργανισμού Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών αυτής και για τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία. Οι επί μέρους ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στον ως λόγο αναίρεσης ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή της, αλλά ότι τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 περ. δ του ν. 4194/2013 με την οποία ορίζεται ότι η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα λύεται μόνο: "με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή" και επομένως για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου πρέπει να συντρέχει σπουδαίος λόγος και ότι πρέπει να αναγράφεται σ'αυτή ο λόγος της καταγγελίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι καθότι, όπως προεκτέθηκε, με την κατάργηση, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, της ρήτρας μονιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 19 παρ.1 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και που εφαρμόζεται και για τους δικηγόρους αυτής με πάγια αντιμισθία (πρβλ. ΑΠ 140/2020), δεν τυγχάνει εφαρμογής η ως άνω διάταξη του παρ.2 περ. δ. εδ. γ του άρθρου 46 του ν. 4194/2013, αλλά η σύμβαση έμμισθης εντολής του δικηγόρου λύνεται με απλή καταγγελία, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, καθότι αυτή είναι αναιτιώδης (ΑΠ 140/2020 πρβλ. ΑΠ 919/2022). Περαιτέρω, ο επί μέρους ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα της Ελλάδος, καθότι αυτή εξαιρείται του δημοσίου τομέα είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι οι διατάξεις της καταλαμβάνουν τους απασχολούμενους τόσο στο δημόσιο τομέα, όσο και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (ΑΠ 392/2020, 1364/2018), σε κάθε, δε, περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η ως άνω διάταξη για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η αναιρεσίβλητη (Τράπεζα της Ελλάδος) περιλαμβανόταν στο Δημόσιο Τομέα (άρθρο 6 περ. ε του ν.1256/1982), από τον οποίο εξήλθε με τη διάταξη του άρθρου 51 του ν. 1892/1990. (...)