Συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου και ανανεώσεις Πότε ανακύπτει ακυρότητα Από το συνδυασμό των διατάξεων του ΑΚ και του ν. 2112/20 συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών. Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται και στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/20, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/20, άρθρο 11 ΑΝ 547/37) ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων του νόμου αυτού. Όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου και ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/20, το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα εάν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Α.Π. 1075/2014 Πρόεδρος: ο κ. Βασ. Λυκούδης Εισηγητής: ο κ. Δημ. Κόμης Δικηγόροι: οι κ.κ. Νικ. Διακάκης - Αντ. Ρουπακιώτης Κατά μεν το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως και πρέπει, για το σκοπό αυτό, να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, κατά δε το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 στη παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης από 19.7.2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1086/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 18.9.2012, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8.1.2013, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 6.6.2013 κλήση των αναιρεσιβλήτων, που και επισπεύδουν τη συζήτηση, πλην του 27ου εξ αυτών Ε.Μ., ο οποίος απεβίωσε στις 21.3.2009, και της 4ης αναιρεσίβλητης Α.Κ. (κατά την αρίθμηση του δικογράφου της αναιρέσεως), που δεν περιλαμβάνεται στους καλούντες - αναιρεσιβλήτους. Δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (4.2.2014). Κατ' αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η 4η αναιρεσίβλητη Α.Κ. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Οι επισπεύδοντες τη συζήτηση, νομίμως παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν έκθεση αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περί επιδόσεως αντιγράφου της ως άνω κλήσεως, με την οποία επέσπευσαν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, προς την απολειπόμενη 4η αναιρεσίβλητη. Επίσης, δεν προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο παρέστη νομίμως. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την απολειπόμενη αναιρεσίβλητη Α.Κ. και να προχωρήσει το Δικαστήριο τούτο στη συζήτηση αυτής ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ενόψει του ότι μεταξύ αυτών και της ως άνω απολειπόμενης αναιρεσίβλητης υφίσταται απλή ομοδικία. Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1, 101, 313 παρ. 1 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου, οι διαδικαστικές πράξεις εξακολουθούν να διενεργούνται στο όνομά του, τόσο από μέρους των αντιδίκων του, όσο και από μέρους του πληρεξουσίου του, μέχρις ότου τα ανωτέρω πρόσωπα λάβουν γνώση του θανάτου του. Η αναίρεση, συνεπώς, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ. Α.Π. 27/1987, Α.Π. 1320/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την επ' αυτής πράξη καταθέσεως ασκήθηκε στις 19.7.2011, απευθύνεται και κατά του Ε.Μ. (27ου αναιρεσιβλήτου), ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο Ε.Μ. απεβίωσε στις 21.3.2009, δηλαδή πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, και άφησε πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγό του Π.Ο. και την θυγατέρα του Β.Μ. (ήδη 29η α' και 29η β' αναιρεσίβλητες - καλούσες), οι οποίες, με την ως άνω από 6.6.2013 κοινή μετά των λοιπών αναιρεσιβλήτων κλήση, με την οποία αυτοί, κατά τα άνω, επέσπευσαν τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (ύστερα από ματαίωση της συζητήσεως της κατά την δικάσιμο της 8.1.2013) και η οποία (κλήση) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσείον στις 4.10.2013 (βλ. υπ' αριθμ. .../4.10.2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), γνωστοποίησαν σ' αυτό τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου συζύγου και πατέρα τους Ε.Μ. και ζήτησαν τη συζήτηση της αναιρέσεως. Ενόψει δε του ότι, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον, κατά την άσκηση της αναιρέσεως, γνώριζε τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου αυτού, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και παραδεκτή καθόσον στρέφεται και κατά του αποβιώσαντος 27ου αναιρεσιβλήτου Ε.Μ., νομίμως δε χωρεί η συζήτηση της με τις αναιρεσίβλητες - καλούσες Π.Ο. και Β.Μ., οι οποίες συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, την ιδιότητα αυτή των οποίων δεν αμφισβητεί το αναιρεσείον. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεώς του προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως. Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992 παρασχέθηκε η δυνατότητα στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να αναθέτουν σε ιδιώτες την είσπραξη των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μισθώσεως έργου, η αμοιβή δε του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων. Η διαδικασία της ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της συμβάσεως έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττομένων ποσών, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου, ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά από τις παραπάνω αποφάσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ και των παρ. 1 εδ. β', 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις, στην σύμβαση μισθώσεως έργου ορίζεται, ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή του με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών, η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας, η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μισθώσεως έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται και ότι τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση μισθώσεως έργου δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και άδεια και επίδομα άδειας. Η τελευταία αυτή διάταξη τέθηκε εκ περισσού και προφανώς προς άρση κάθε αμφιβολίας, αφού επί συμβάσεως μισθώσεως έργου δεν νοείται, πέραν της εργολαβικής αμοιβής, η καταβολή στον ανάδοχο και δώρων εορτών κ.λπ. Στη συνέχεια μεταβλήθηκε το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς και με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 ορίζεται ότι, για την σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των αναφερομένων Υπουργών, στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Ορίζεται επίσης ότι, σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Ότι για την σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία. Ότι ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς, κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο, χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ακολούθως, με το άρθρο 78 του Ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της εισπράξεως των ασφαλιστικών εισφορών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης από ιδιώτες και ότι η είσπραξη των εισφορών αυτών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός, όμως, νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία (δικαστήρια), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των πραγματικών περιστατικών, κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ή 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006). Από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου αυτού, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας ή συμβάσεις έργου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Δηλαδή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη ως συμβάσεως έργου ή συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ. Α.Π. 7 και 8/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου (Ολ. Α.Π. 18/2006). Συνάγεται, ακόμη, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου δεν εφαρμόζονται οι ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου (Ολ. Α.Π. 7/2011). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αναιρεσίβλητοι (ως προς τους οποίους, κατά τα προαναφερθέντα, ερευνάται η υπόθεση) προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομη, όγδοη, ένατη και δέκατος στις 27.4.1991, οι ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατος τέταρτος και δέκατη πέμπτη στις 26.8.1993, οι δέκατη έκτη, δέκατη έβδομη και δέκατος όγδοος στις 18.12.1994, οι δέκατος ένατος, εικοστή και εικοστή πρώτη στις 20.11.1995, οι εικοστή δεύτερη και εικοστή τρίτη στις 10.2.1996 και οι εικοστός τέταρτος, εικοστή πέμπτη, εικοστή έκτη, εικοστός έβδομος, εικοστή όγδοη, εικοστή ένατη και τριακοστή στις 23.12.1996, με συμβάσεις, οι οποίες είχαν χαρακτηρισθεί από το αναιρεσείον ως συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έτους, προκειμένου να απασχοληθούν ως επιμελητές εισπράξεως ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και καθυστερουμένων, μετά των τελών καθυστερήσεως και ως απογραφείς των μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 του Ν. 2084/1992, αντί αμοιβής, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2% επί του ύψους των πραγματοποιούμενων εισπράξεων και σε ποσοστό 10% επί της εισφοράς εγγραφής για κάθε απογραφόμενο επαγγελματία ή βιοτέχνη. Οι συμβάσεις αυτές -δέχθηκε στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο- ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι και την κατά τα έτη 2000 και 2001 κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε οργανικές θέσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει αποφάσεων του Διοικητού του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4, 5, 6, 7 και 8 του Ν. 2839/2000. Οι επίδικες συμβάσεις - συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο - στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού οι αναιρεσίβλητοι τελούσαν υπό καθεστώς εξαρτήσεως από απόψεως τόπου, τρόπου και χρόνου παροχής της εργασίας τους, υποκείμενοι στον έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος. Τούτο δε διότι στα καθήκοντά τους ανάγονταν ειδικότερα τα εξής: α) Απέδιδαν καθημερινά στην αρμόδια Υπηρεσία του αναιρεσείοντος τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας και αγόραζαν ένσημα ίσης αξίας, β) Παρέδιδαν ονομαστική κατάσταση αυτών που κατέβαλαν τις εισφορές τους, δελτίο εισπράξεων εισφορών και δελτίο αγοράς ενσήμων με συμπληρωμένες τις σχετικές ενδείξεις, γ) Τηρούσαν κατάσταση, που ανέγραφε τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες διέρχονταν από τα καταστήματα των ασφαλισμένων και εκείνων που αρνούντο την καταβολή των εισφορών, δ) Ήταν υποχρεωμένοι να παρίστανται στο δικαστήριο ως μάρτυρες όταν εκδικάζονταν υποθέσεις καθυστερήσεως ασφαλιστικών εισφορών του αναιρεσείοντος, ε) Παρείχαν πληροφορίες στους ασφαλισμένους, σχετικά με τις παροχές του Ταμείου για συνταξιοδοτικά θέματα, ενημερώνονταν επί των εγκυκλίων διαταγών της υπηρεσίας, έκαναν εξακριβώσεις, διαγραφές, επανεγγραφές και εγγραφές νέων ασφαλισμένων και καταχωρούσαν τις εισφορές τους στις καρτέλες των ασφαλισμένων. Κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν υποχρεωμένοι να προσέρχονται πρωί στα γραφεία του αναιρεσείοντος, υπέγραφαν παρουσιολόγιο, εκτελούσαν δύο με δυόμιση ώρες εργασία γραφείου και ακολούθως αναχωρούσαν για τον τομέα ευθύνης τους, απασχολούμενοι καθόλες τις πρωινές τουλάχιστον ώρες λειτουργίας των καταστημάτων. Εξάλλου - όπως δέχεται επίσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο - και ο τρόπος εκτελέσεως της εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν επακριβώς καθορισμένος με την εργασία γραφείου, που προαναφέρθηκε, και την συνακόλουθη είσπραξη εισφορών, επικόλληση σχετικών ενσήμων, την χρονολόγηση και την υπογραφή τους από αυτούς και τους ασφαλισμένους σε ειδική στήλη, καθώς και με την τήρηση των ως άνω καταστάσεων. Οι αναιρεσίβλητοι - γίνεται ακόμη δεκτό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο - ακολουθούσαν τις εγκύκλιες διαταγές και οδηγίες του αναιρεσείοντος, δέχονταν οποτεδήποτε και αποφασιστικά τον έλεγχο των οργάνων του, ο οποίος επικεντρωνόταν στην συνεχή και επισταμένη επιμέλεια περί την εκτέλεση της εργασίας τους και υπόκειντο στον πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση αδικαιολόγητης βραδύτητας περί την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, με κορύφωση την δυνατότητα του αναιρεσείοντος να καταγγέλλει αζημίως τις συμβάσεις εργασίας τους. Ουσιαστικά, δηλαδή, οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και στο ΤΕΑΠΟΚΑ, είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε και το μόνιμο προσωπικό του αναιρεσείοντος, κατά παράβαση της σχετικής διατάξεως του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987. Από δε το έτος 1997, οπότε άλλαξε ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και εγένετο πλέον μηχανογραφικά με επιταγές μέσω των ΕΛΤΑ, οι αναιρεσίβλητοι τοποθετήθηκαν στην εσωτερική υπηρεσία του αναιρεσείοντος, στα μηχανογραφικά τμήματα, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, παρέχοντες την ίδια με εκείνους υπηρεσία, τηρούντες το συγκεκριμένο ωράριο της υπηρεσίας τους, η δε προσέλευση και αποχώρησή τους ελεγχόταν με την υπογραφή του βιβλίου παρουσίας και αποχώρησης, όπως και των μονίμων υπαλλήλων. Υπέρ της απόψεως ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με το αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, συνηγορεί και το γεγονός, ότι ήδη οι αναιρεσίβλητοι κατατάχθηκαν από 4.12.2000, 22.2.2001 και 23.4.2001, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 4, 5, 6, 7 και 8 του Ν. 2839/2000, δυνάμει των υπ' αριθμ. 16896/2000, 3969/2001 και 10121/2001 αποφάσεων του Διοικητή του αναιρεσείοντος, σε μισθολογικά κλιμάκια και τους χορηγήθηκε χρονοεπίδομα, αφού αναγνωρίσθηκε ότι ο συνολικός χρόνος των συμβάσεων έργου αυτών (αναιρεσιβλήτων) έχει διανυθεί με σχέση εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου. Σύμφωνα μάλιστα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 εδ. β' του νόμου αυτού (2839/2000), ο χρόνος των συμβάσεων μισθώσεως έργου των αναιρεσιβλήτων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι, συνδεόμενοι με το αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, εδικαιούντο να λάβουν δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας για τα έτη 1999 και 2000, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υπήρχε απλή σχέση εργασίας και όχι έγκυρη σύμβαση, εδικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της Υ.Α. 19040/1981, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966. Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση (588/2003 του Ειρηνοδικείου Αθηνών), που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, αφού, υπό τα γενόμενα δεκτά από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι επίδικες συμβάσεις, καταρτισθείσες πριν από την προσθήκη των παραγράφων 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος (18.4.2001) και την ισχύ της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10.7.2001) προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, ήταν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους, κατά νομοθετική επιταγή, ως συμβάσεων μισθώσεως έργου. Επομένως, όλες οι αντίθετες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, 1 προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχθέν ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με το αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ότι εδικαιούντο να λάβουν δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας για τα έτη 1999 και 2000, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, καθόσον απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις του αναιρεσείοντος, με συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και τις εκδοθείσες σχετικές αποφάσεις του Διοικητή του αναιρεσείοντος, ήταν η διαπίστωση ότι οι προηγούμενες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων ήταν γνήσιες συμβάσεις έργου, αφού χωρίς την διαπίστωση αυτή δεν θα ήταν δυνατή η κατάταξή τους, ενώ από τις διατάξεις, ειδικότερα, της παρ. 8 του άρθρου 17 του Ν. 2839/ 2000, που ορίζουν ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας τους θέσης από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν συνάγεται αντίθετη κρίση αναφορικά με τον χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης των αναιρεσιβλήτων και με το δικαίωμά τους να λάβουν δώρα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας για το προηγούμενο της κατάταξής τους χρονικό διάστημα, καθόσον τα οριζόμενα με τις διατάξεις αυτές δεν έχουν την έννοια ότι παράγονται αναδρομικά αποτελέσματα, αλλά ότι ο χρόνος που διανύθηκε με τις συμβάσεις μισθώσεως έργου θεωρείται ότι έχει διανυθεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας για την θεμελίωση μισθολογικών δικαιωμάτων μόνο στο μέλλον. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον η κατά το Ν. 2839/2000 κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ουδεμία ασκεί επιρροή ως προς τον χαρακτηρισμό των επίδικων συμβάσεων, τις οποίες ορθά, όπως προαναφέρθηκε, και με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο της ουσίας χαρακτήρισε ως εξαρχής συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Για τους λόγους αυτούς κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19.7.2011 αιτήσεως του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1086/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την αναιρεσίβλητη Α.Κ. (4η). Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς όλους τους άλλους αναιρεσιβλήτους.