Εργατικό ατύχημα και σωματική βλάβη - Αιτιώδης σύνδεση με παραλήψεις εργοδότη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αποβλέπει σε μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή) η οποία επήλθε σ' αυτόν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ' αυτόν. ΑΠ 298/2019 Πρόεδρος: Η κ. Μαρία Νικολακέα Εισηγητής: Η κ. Αρετή Παπαδιά Δικηγόροι: Οι κ.κ. Ελευθέριος Γκέλης - Γεωρ. Κουτσαγγελής 1. Στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, όπως αποτυπώθηκε ερμηνευτικά στην πρόσφατη ΟλΑΠ 9/2015, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου. Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων. Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υπόχρεου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στο δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο. Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκδηλώνεται και με την εκ μέρους αυτού υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή προβλέπεται, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ή/και αρ.19 ΚΠολΔ. 2. Στο άρθρο 932 εδ. α' ΑΚ ορίζεται ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σ' αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μια επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο η αδικοπραξία προκάλεσε σ' αυτόν. Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία" και να μη συρρικνώνεται, αλλά και να μην "επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος" της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση (οι εντός εισαγωγικών περικοπές είναι από σκέψη της ΟλΑΠ 9/2015). Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μιας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν. Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ. ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό τής κατά το άρθρο 932 ΑΚ κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος. Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015). Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 ή/και αρ.19). 3. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής κρίσιμα για την έρευνα των ερευνώμενων λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων εδώ αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εναγομένη εδώ πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του τεχνίτη οικοδόμου -σιδερά στο δημόσιο έργο "..." ,τμήμα ... χάραξης ... ,από Α/Κ ... έως έξοδο σήραγγας ... που αυτή είχε αναλάβει να κατασκευάσει από την κυρία του έργου εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ". Ότι ο ενάγων κατά την παροχή της εργασίας του για την τοποθέτηση του ισχυρού οπλισμού της σήραγγας τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές για την καλή εκτέλεση του έργου των υπευθύνων της πρώτης αναιρεσείουσας η οποία και κατέβαλε τις ασφαλιστικές εισφορές του στο ΙΚΑ. Ότι ο εναγόμενος Κ. Λ., εδώ δεύτερος αναιρεσείων, είχε ορισθεί ως επιβλέπων του έργου - εντεταλμένος από την εργολάβο εταιρεία και εκπρόσωπος αυτής, ο εναγόμενος Ε. Λ. εδώ τέταρτος αναιρεσείων, πολιτικός μηχανικός, ως διευθυντής του έργου και ο εναγόμενος Χ. Γ. εδώ τρίτος αναιρεσείων, πολιτικός μηχανικός ως αναπληρωτής του διευθυντή και προϊστάμενος του εργοταξιακού γραφείου. Ότι οι ανωτέρω είχαν οριστεί υπεύθυνοι για την άρτια, έντεχνη και ασφαλή εκτέλεση των εργασιών και για τη λήψη και εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων προστασίας και ασφάλειας των εργαζομένων στο έργο. Ότι, την 19.6.2008, στην ... κατά τη διαδικασία κατασκευής της οροφής της σήραγγας απαιτήθηκε ανύψωση και μεταφορά φορτίου με χρήση γερανού και συγκεκριμένα εκφόρτωση δέματος σιδηρού οπλισμού, βάρους 200 κιλών, από το επικαθήμενο του φορτηγού με τη βοήθεια του γερανού του. Ότι το μεταφερόμενο φορτίο αποτελείτο από είκοσι βέργες σιδήρου μήκους 14,0 μ. εκάστη υπό μορφή τόξου ακτίνας 7,0 μ. και βάρους 200 κιλών και επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως οπλισμός στην οροφή της σήραγγας. Ότι ο εργαζόμενος-βοηθός χειριστή Ι. Ν. αγκίστρωσε στο γάντζο του γερανού τον ιμάντα με τον οποίο έδεσε το φορτίο στο μέσον και ξεκίνησε τη διαδικασία εκφόρτωσης και τοποθέτησης του φορτίου σε ειδικά διαμορφωμένο σε σχήμα πυραμίδας ικρίωμα, χειριζόμενος χειριστήριο από το έδαφος. Ότι κατά τη διάρκεια της ανύψωσης ο ενάγων-εργαζόμενος, ηλικίας 46 ετών, ενώ διαπίστωσε ότι ξεκίνησε η διαδικασία εκφόρτωσης, δεν απομακρύνθηκε γρήγορα από το χώρο, όπως γνώριζε από την εμπειρία του, αλλά και από τις οδηγίες των υπεύθυνων της ασφάλειας του έργου να πράξει, αλλά αντιθέτως κινήθηκε στο πεζοδρόμιο πλησίον αυτού πριν να ολοκληρωθεί η εκφόρτωση προκειμένου να προσεγγίσει τα ατομικά του είδη, με αποτέλεσμα όταν ο ιμάντας ανάρτησης κόπηκε και κατέπεσε το φορτίο με τις βέργες σιδήρου από ύψος (5) περίπου μέτρων, ο ενάγων να τραυματιστεί σοβαρά από την αναπήδηση του φορτίου και ειδικότερα να υποστεί ασταθή κατάγματα Θ12 και 01 με τρώση της σκληράς μήνιγγος και του νωτιαίου μυελού και ατελές σύνδρομο διατομής νωτιαίου μυελού από του ύψους Θ12 και περιφερικώς άμφω, πολλαπλά κατάγματα πλευρών άμφω, αιμοπνευμοθώρακα άμφω και επιπλεμένο κάταγμα κνήμης -σφυρού. Ότι η αιτία θραύσης του ιμάντα ανάρτησης ενόψει του ότι δεν παραδόθηκε από τους υπεύθυνους του έργου και δεν εξετάσθηκε από τα αρμόδια όργανα της επιθεώρησης εργασίας δεν αποδείχθηκε. Ότι την 26.6.2008 ο ενάγων υποβλήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ..., στο οποίο είχε εισαχθεί, σε πολύωρη χειρουργική επέμβαση πεταλεκτομής ΟΙ, αποσυμπίεσης νωτιαίου μυελού, πλαστικής σκληράς μήνιγγος και σπονδυλοδεσία 011 έως 02 μετά από ανάταξη κατόπιν σύζευξης στην περιοχή της σπονδυλοδεσίας και νοσηλεύθηκε έως την 31.10.2008, ενώ παρέμεινε κλινήρης μέχρι το τέλος του επόμενου έτους (2009). Ότι λόγω των κατά το ένδικο ατύχημα καταγμάτων 012-Ο1 με ορθοκυστικές διαταραχές και επιδιατομή του νωτιαίου μυελού ο ενάγων υπέστη πλήρη παραπληγία και ως εκ τούτου είναι ανίκανος για οποιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα, αδυνατεί να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κίνηση χωρίς τη βοήθεια τρίτου προσώπου, κινείται με αναπηρικό αμαξίδιο και η αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ.... καθόρισε το ποσοστό αναπηρίας του σε 80% εφ' όρου ζωής (έως 31.10.2051). Ότι υπεύθυνοι για τη βαριά σωματική βλάβη που υπέστη ο ενάγων και η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τις παράνομες παραλείψεις τους είναι και οι εναγόμενοι εδώ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος αναιρεσείοντες, κατά τη συγκλίνουσα αμέλεια τους, ως προστηθέντες της εργολάβου καθώς και ο Α. Λ. ως προστηθείς της υπεργολάβου εταιρείας (μη διάδικος στην παρούσα μετ' αναίρεση δίκη) οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα απαγόρευσης πρόσβασης και κυκλοφορίας των εργαζομένων στο χώρο εκφόρτωσης και κατά τη διάρκεια των επιμέρους εκφορτώσεων με την επίβλεψη και την τοποθέτηση περίφραξης στον συγκεκριμένο χώρο. Ότι συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του είναι και ο ενάγων κατά ποσοστό 30% αφού γνώριζε την επικινδυνότητα της διαδικασίας εκφόρτωσης, εργαζόμενος στο συγκεκριμένο έργο επί ένα μήνα, και δεν απομακρύνθηκε γρήγορα από το χώρο, παραβλέποντας τις σχετικές οδηγίες των υπεύθυνων της ασφάλειας του έργου-εναγομένων, αλλά αντιθέτως κινήθηκε στο πεζοδρόμιο πλησίον αυτού με αποτέλεσμα από την αναπήδηση του φορτίου των βεργών σιδήρου να τραυματιστεί. Ότι η ανωτέρω σημαντική αναπηρία δυσχέρανε σημαντικά το επίπεδο της ζωής του 46χρονου ενάγοντος, ο οποίος ήταν απολύτως υγιής μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, εργαζόταν για να βιοπορίζεται αυτός και η οικογένεια του, καθόσον κατέστη ανίκανος για οποιοδήποτε επάγγελμα, αδυνατεί πλέον να μετακινηθεί και αυτοεξυπηρετηθεί χωρίς τη βοήθεια ετέρου προσώπου, και έχει υποστεί σωματικό και ψυχικό άλγος. 4. Σύμφωνα με το σύνολο των παραδοχών που προαναφέρθηκαν και αφού το δικαστήριο της ουσίας, όπως ρητώς διαλαμβάνει στις αιτιολογίες του, έλαβε υπόψη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την ηλικία του ενάγοντος, την κατάσταση της υγείας του μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, τη βαρύτητα του πταίσματος των εναγομένων φυσικών προσώπων, το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας και σωματικού πόνου που δοκίμασε ο ενάγων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, [το δικαστήριο της ουσίας] έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει χρηματικό ποσό 120.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα. 5. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Θράκης δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό του ποσού, το οποίο είναι εύλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου. Και τούτο διότι, το ποσό που επιδικάσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ευλόγως επιδικαζόμενο από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων ανάλογης βαρύτητας και συνεπειών με αυτό του παθόντος αναιρεσίβλητου και με την κατά τις παραδοχές υπαιτιότητα των υπαιτίων φυσικών προσώπων εκ ποσοστού 70% και συνυπαιτιότητα εκ 30% του ίδιου του παθόντος και δεν κρίνεται καταφανώς διογκωμένο. Γι' αυτό δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάσθηκε και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή του πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος του δικαιούχου και στο βάρος των υπόχρεων. Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 6. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).