Γνήσια ετοιμότητα προς εργασία Γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελευθέρου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται. Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (κατώτατα όρια αποδοχών, χρονικά όρια εργασίας, υπερωρίες κλπ.). ΑΠ 1238/22 Πρόεδρος: Ο κ. Νικ. Πιπιλίγκας Εισηγητής: Ο κ. Νικ. Πουλάκης Δικηγόροι: Οι κ.κ. Βασ. Ασημακόπουλος - Ιωαν. Βρέλλος 1. Με την κρινόμενη από 22 Ιουλίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 5428/678/30.7.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 5114/10.10.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά τις αντίθετες εφέσεις κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 2464/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 14.7.2014 και με αριθμ. κατάθ. 86462/2999/18.7.2014 αγωγή και α) απέρριψε κατ' ουσία την από 24.1.2017 και με αύξ. αριθμ. κατ. 618/2017 έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και β) δέχθηκε κατ' ουσία την από 16.11.2017 και με αύξ. αριθμ. κατ. 7031/2017 έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 2464/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή επί της ουσίας απέρριψε αυτή. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 30.7.2020, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσίβλητη (άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δ.), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, που δημοσιεύτηκε στις 10.10.2018, δεν επιδόθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει επομένως να θεωρηθεί παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ., 1 του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ν.δ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα ν' αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται. Σ' αυτή τη μορφή ετοιμότητας (γνήσια) θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα από το εάν θα παρουσιασθούν περιπτώσεις για την παροχή εργασίας, και έτσι η γνήσια ετοιμότητα εξομοιώνεται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτήν όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, και ειδικότερα για τα κατώτατα όρια αποδοχών, τα χρονικά όρια εργασίας, την αμοιβή και τις προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κ.λπ., για το λόγο δε αυτόν στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 Α.Κ. Αντίθετα, η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς να υποχρεούται να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, αλλά παραμένοντας απλώς είτε στον τόπο εργασίας αναπαυόμενος είτε στην οικία του αναμένοντας κλήση του εργοδότη, υφισταμένης στην περίπτωση αυτή μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία ή ετοιμότητας κλήσης, έχει μεν τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες. Για το λόγο αυτό, στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και, αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο ειθισμένος μισθός, με τον ίδιο δε τρόπο υπολογίζονται και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας. Τέλος, το ζήτημα του είδους της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα είναι θέμα απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην μία ή την άλλη κατηγορία (Ολ.Α.Π. 10/2009, Α.Π. 22/2018, Α.Π. 491/2011). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, ορίζεται ότι "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτον υποχρεούμενον να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δεύτερου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από της 1ης Μαΐου μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της άδειας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν, έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως η τελευταία συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, 1 παρ. 1 στοιχ. ε' της υπ' αριθμ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών μετ' αποδοχών", η οποία κυρώθηκε με το ν. 2081/1952, 7 του π.δ. 88/1999 (Φ.Ε.Κ. Α' 94), με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η με αριθμό 93/104 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία στο άρθρο 7 αυτής επιτάσσει την λήψη μέτρων από τα κράτη-μέλη για παροχή ετήσιας άδειας μετά αποδοχών τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων στους εργαζομένους, ρύθμιση που επαναλήφθηκε στην ταυτάριθμη διάταξη της νεώτερης με αριθμό 2003/88 Οδηγίας που κωδικοποίησε τις σχετικές ρυθμίσεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, και ενόψει του επιδιωκομένου από τις πιο πάνω ρυθμίσεις σκοπού να εξασφαλισθεί με τη χορήγηση της ετήσιας άδειας η περιοδική ανάπαυση και η ανανέωση των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του εργαζομένου για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής του υγείας, προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη (άκυρη) κατά τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σε αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας και μάλιστα με προσαύξηση κατά 100% σε περίπτωση υπαιτιότητάς του, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ' αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο ήδη συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών που δεν του χορηγήθηκαν (Α.Π. 1240/2014, Α.Π. 1683/2012). Η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ανωτέρω α.ν. 539/1945, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της άδειάς του το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτήν και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματος του λήψης αυτής (Α.Π. 1174/2014, Α.Π. 1683/2012). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β' του α.ν. 539/1945, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/ 1955, ορίζεται ότι "επιψυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και εκείνης του άρθρου 330 του Α.Κ. προκύπτει ότι ναι μεν για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής) κατά τα ήδη προαναφερθέντα, όμως για τη θεμελίωση της αξίωσης του μισθωτού προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει τον χαρακτήρα αστικής ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν την χορήγησε (Α.Π. 1174/2014, Α.Π. 1240/2014, Α.Π. 434/2011, Α.Π. 455/2010). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία”, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, χωρίς δηλαδή με την άσκηση αυτής να δημιουργείται τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας σύμφωνα και με το άρθρο 12 παρ. 1 του Κ,Πολ.Δ., προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Λόγος δε αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (Α.Π. 485/2019, Α.Π. 1611/2008). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εδρεύουσα στην ... εναγομένη εταιρία με την επωνυμία (ήδη αναιρεσίβλητη) δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας υγρών καυσίμων (βενζίνη, πετρέλαιο), τα οποία διακινεί με βυτιοφόρα οχήματα τόσο στην ξηρά όσο και σε διάφορα νησιά των Κ. και του λοιπού Αιγαίου με ειδικά μικρά δεξαμενόπλοια, με τα οποία μεταφέρονται και τα βυτιοφόρα, καθώς και οι οδηγοί τους και ο υπεύθυνος διακίνησης φορτίου. Για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της προσέλαβε στις 18.9.2006 τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγό βυτιοφόρου και υπεύθυνο έκδοσης παραστατικών. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων προσέφερε έκτοτε την υπό την συμφωνηθείσα ειδικότητα εργασία του μέχρι την 31.12.2012, οπότε και έληξε με καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριάς του. Ειδικότερα, κατά το επίδικο από 1.1.2010 έως 31.12.2012 χρονικό διάστημα ο ενάγων, στα πλαίσια της παρεχόμενης εργασίας του, επιβιβάσθηκε και εκτέλεσε ταξίδια με τα ειδικά μικρά δεξαμενόπλοια "Α." και "Ζ.", που είχε ναυλώσει η εναγομένη, αποκλειστικά ως διακινητής φορτίου (εκδόσεις παραστατικών κ.λπ.) μέχρι 31.12.2011, ενώ από το μήνα Ιανουάριο 2012 και ως εφεδρικός οδηγός βυτιοφόρου, ιδιότητες εξάλλου με τις οποίες δηλωνόταν και στα κατά τόπους λιμεναρχεία κατά τον απόπλου ή κατάπλου του πλοίου προς και από κάθε λιμένα, δηλαδή ως επιβάτης. "Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν είτε με την ως άνω συναφθείσα σύμβαση είτε προφορικώς ότι ο χρόνος παραμονής του ενάγοντος στο πλοίο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του με αυτό από τους Αγ. Θ. στα νησιά του Α. και αντίστροφα στην Ε. θα θεωρείται ως χρόνος εργασίας ή ότι θα λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό τυχόν υπερωριακής εργασίας ή εργασίας παρασχεθείσας καθ' ημέρες Σαββάτου και Κυριακής. Αντιθέτως, ο ενάγων, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών αυτών ως απλός επιβάτης του πλοίου διέθετε τον ελεύθερο αυτό χρόνο του όπως ο ίδιος επέλεγε, χωρίς να έχει την υποχρέωση οποιασδήποτε εργασίας σχετικά με το βυτιοφόρο ή τις δεξαμενές του πλοίου. Έτσι, δεν μπορεί να εκληφθεί ως χρόνος εργασίας και ο χρόνος παραμονής του στο πλοίο και, ως εκ τούτου, όσον αφορά αυτές τις ώρες (παραμονής του στο πλοίο) δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των νόμων για αμοιβή λόγω υπερωριακής απασχόλησης κατά τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής ημέρες απασχόλησής του. "Σημειώνεται ότι, σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων τις σχετικές αγωγικές αξιώσεις του περί πραγματοποίησης παράνομης υπερωριακής απασχόλησης τόσο κατά τις πέντε εργάσιμες ημέρες (Δευτέρα - Παρασκευή) όσο και κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής τις στηρίζει αποκλειστικά στους ταχογράφους, τους οποίους όμως δεν προσκομίζει, πλην όμως, ούτως ή άλλως, αυτοί δεν αποτελούν ασφαλές αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι, όπως και ο ίδιος ο μάρτυρας απόδειξης καταθέτει σχετικά, "κάθεσαι, κοιμάσαι, ο ταχογράφος γράφει" (βλ. πρακτικά), ο τελευταίος δε ουδόλως κατέθεσε κάτι συγκεκριμένο αναφορικά με τον ακριβή αριθμό ωρών υπερωριακής απασχόλησης που εκθέτει ο ενάγων στην υπό κρίση αγωγή του ότι πραγματοποίησε, αλλά, αντιθέτως, ρητώς αναφέρει ότι δεν έκανε όλα τα επίδικα ταξίδια μαζί με τον ενάγοντα. "Τέλος, το αίτημα επίδειξης εγγράφου (ημερολόγιο γέφυρας) είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για τις εργατικές αξιώσεις επιβάτη, όπως ο ενάγων, έναντι της εργοδότριάς του ναυλώτριας του πλοίου, πολλώ μάλλον όταν καθ' όσο χρόνο διαρκεί το ταξίδι του πλοίου ο τελευταίος δεν εργάζεται. "Επομένως, τα αγωγικά αιτήματα περί επιδικάσεως αμοιβής και προσαύξησης παράνομης υπερωριακής απασχόλησης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία ως προς τα ανωτέρω έκρινε τα ίδια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς (πρώτο έως και πέμπτο) λόγους της έφεσης του ενάγοντος είναι αβάσιμα και απορριπτέα. "Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε κανονικά τις ετήσιες άδειες των επιδίκων ετών 2009, 2010, 2011 και 2012, εισπράττοντας και το αντίστοιχο επίδομα αδείας, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του σχετικού βιβλίου, που φέρει τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του παραπλεύρως των αντίστοιχων ημερομηνιών, καθώς και από την προσκομιζόμενη από την εναγομένη βεβαίωση ηλεκτρονικού αρχείου της διαχειρίστριας εταιρίας του πλοίου, στην οποία εμφαίνονται τα χρονικά διαστήματα που τα πλοία της εναγομένης βρίσκονταν αποσυρμένα προς επιθεώρηση και επισκευή, σε κάθε δε περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι αιτήθηκε αυτός τη λήψη άδειας κάποιο από τα επίμαχα έτη και η εναγόμενη αρνήθηκε να τη χορηγήσει. Συνεπώς, το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως αποδοχών μη ληψθείσας άδειας των ετών 2009-2012 πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε το εν λόγω αίτημα και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 15.380 ευρώ, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον (μοναδικό λόγο) της έφεσης της εναγομένης, που πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ ο έκτος (και ο τελευταίος) λόγος της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο διαμαρτύρεται για εσφαλμένο υπολογισμό των αποδοχών αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς και η υπό κρίση έφεσή του στο σύνολό της...". Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και τις δύο εφέσεις, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο των αποδοχών μη ληφθείσας άδειας των ετών 2009-2012 και στη συνέχεια, αφού κράτησε ως προς αυτό την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας την αγωγή, απέρριψε αυτή (στο σύνολό της) ως ουσιαστικά αβάσιμη. 5. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 1876/1990 και με τις ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για την καταβολή αμοιβής από παράνομες (κατ' εξαίρεση) υπερωρίες τις καθημερινές και τα Σάββατα και Κυριακές σε οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Και τούτο, διότι σαφώς διαλαμβάνεται παραδοχή ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια των ταξιδιών αυτών, ως απλός επιβάτης του πλοίου (όπως δηλώνονταν στα κατά τόπους λιμεναρχεία), διέθετε τον ελεύθερο χρόνο του όπως αυτός ήθελε, χωρίς να έχει την υποχρέωση οποιοσδήποτε εργασίας σχετικά με το βυτιοφόρο ή τις δεξαμενές και κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν ότι κατά τη διάρκεια των πλόων ο αναιρεσείων τελούσε σε απλή (μη γνήσια) ετοιμότητα εργασίας. Δεν ενέχει δε καμία αντίφαση η ιδιότητα που του αποδίδει η αναιρεσιβαλλομένη "ως διακινητής φορτίου με την έκδοση παραστατικών κ.λπ.", με τη μη απασχόλησή του με οποιαδήποτε εργασία κατά τη διάρκεια των πλόων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων ενόψει μάλιστα του ότι η έκδοση των παραστατικών λάμβανε χώρα πριν τη φόρτωση του βυτιοφόρου στο πλοίο, προκειμένου να επιδειχθούν στις λιμενικές αρχές, όπως άλλωστε διαλαμβάνεται στην αγωγή (βλ. σελ. 3 αυτής), η δε παράλληλη κατά τον αναιρεσείοντα ιδιότητα αυτού ως οδηγού βυτιοφόρου αυτοκινήτου, είναι αδιάφορη, διότι κατά τη διάρκεια του πλου ο οδηγός μεταφερομένου οχήματος δεν παρέχει εργασία. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα με επίκληση αποδεικτικών μέσων, ως προς τα καθήκοντα του αναιρεσείοντος εντός και εκτός του πλοίου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης (αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθ. 19), με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών ότι ο χρόνος παραμονής του αναιρεσείοντος στο πλοίο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς θα θεωρείται ως χρόνος εργασίας, αφού δεν απαιτείται τοιαύτη συμφωνία, καθότι η αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση προβλέπεται από το νόμο με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο, διότι εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια των πλόων δεν παρείχε εργασία στην αναιρεσίβλητη εταιρία αλλά βρίσκονταν σε απλή ετοιμότητα εργασίας, τότε λόγω της ιδιομορφίας της ως άνω σχέσης δεν εφαρμόζονται οι ειδικές αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για προσαυξήσεις από (παράνομη) υπερωριακή απασχόληση, γιατί αυτές προϋποθέτουν πλήρη απασχόληση του μισθωτού ή τουλάχιστον διατήρηση σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού χάριν του εργοδότη, προκειμένου να παράσχει άμεσα τις υπηρεσίες του αν παραστεί ανάγκη, εκτός βεβαίως εάν μεταξύ των μερών υπάρχει αντίθετη περί τούτου συμφωνία κατ' άρθρο 361 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 10/2009). Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης που αφορά αιτίαση για εσφαλμένη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με τις παραδοχές της ότι ο αναιρεσείων κατά τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 έλαβε κανονικά τις ετήσιες άδειές του, προσάπτοντας σε αυτήν την εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, καθόσον με αυτόν πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη. 6. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).