Άρνηση εργοδότη να χορηγήσει άδεια φροντίδας τέκνου στον πατέρα - Παράνομη διάκριση λόγω φύλου Σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι παράνομη και αντίθετη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των φύλων η άρνηση εργοδότη να χορηγήσει σωρευτική άδεια με αποδοχές σε πατέρα δίδυμων τέκνων, η σύζυγος του οποίου έπασχε από βαριά ασθένεια. Ζημία του πατέρα ο οποίος αναγκάστηκε να λάβει άδεια άνευ αποδοχών για να ανταποκριθεί στις οικογενειακές του ευθύνες, ίση με την απώλεια των αποδοχών που θα είχε λάβει αν ο εργοδότης δεν είχε παράνομα αρνηθεί να χορηγήσει τη δικαιούμενη άδεια φροντίδας τέκνου. Επιδίκαση από το δικαστήριο των αποδοχών αυτών, αλλά και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω του ότι η παράνομη εις βάρος του διάκριση λόγω φύλου συνιστούσε παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του. Εφετ. Αθην.1665/22 Δικαστής: Ο κ. Παναγ. Κατσικερός Δικηγόροι: Η κ. Γιολάντα Καραμπούλια - Ο κ. Ιωαν.Καρούζος [...] Στις διατάξεις του Συντάγματος ορίζονται, μεταξύ άλλων τα εξής: α) στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", β) στη παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", γ) στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. τελευταίο ότι "Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας" και δ) στο άρθρο 116 ότι "1. Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παρ. 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982. 2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. 3. Κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η πρώτη (άρθρο 4 παρ. 1) θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων. Ο νομοθέτης δηλαδή δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (Ολ.Α.Π. 3/2013 και 16/2015). β) Η δεύτερη συνταγματική διάταξη (άρθρο 4 παρ. 2) δεν αποτελεί απλώς μερική επανάληψη της γενικής αρχής της ισότητας που καθιερώνει η πρώτη. Πράγματι, ενώ στη γενική αυτή αρχή η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη παραμένει σημαντική, διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα, και όταν ακόμη γίνονται από το νομοθέτη, είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα μόνο όταν η παράλειψή τους θα συνιστούσε (για βιολογικούς κυρίως λόγους) αυθαιρεσία. Έτσι η διάταξη αυτή, αφενός απαγορεύει τις υπέρ ή κατά του ενός ή του άλλου φύλου αυθαίρετες ευμενείς ή δυσμενείς νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις και αφετέρου επιβάλλει τη νομοθετική επέκταση των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευμενών διατάξεων και υπέρ του άλλου. γ) Η τρίτη συνταγματική διάταξη (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. τελευταίο) καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που χρησιμοποιεί, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα, έναντι αμοιβής, πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών, ανεξάρτητα από το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσέλαβε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται, από πλευράς παροχών, ομοιόμορφα, είτε μονομερώς είτε συμβατικώς χορηγούνται αυτές, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ορισμένων έναντι των λοιπών εργαζομένων από ειδικό και σοβαρό, κατά αντικειμενική κρίση λόγο. δ) Η τέταρτη συνταγματική διάταξη (άρθρο 116) ορίζει ότι όσες διατάξεις όφειλαν, ως αντίθετες προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 22 παρ. 1 αυτού, να αντικατασταθούν το αργότερο μέχρι την 31.12.1982 μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος, αντίστοιχα, και δεν αντικαταστάθηκαν, θεωρούνται πλέον καταργημένες. Επομένως, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, απαγορεύεται. Τούτο ισχύει, όχι μόνο όταν η διάκριση αυτή στηρίζεται αμέσως στη διαφορά του φύλου ανάμεσα στους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, αλλά και όταν η διαφορά φύλου χρησιμοποιείται στο νόμο, στη συλλογική σύμβαση, στη διαιτητική απόφαση ή στον κανονισμό εργασίας που έχει ισχύ νόμου, ως στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους ή της χρονικής διάρκειας της αμοιβής. Ακόμη το άρθρο 119 της από 25.3.1957 Συνθήκης της Ρώμης, για την ίδρυση της Ε.Ο.Κ., στην οποία η Ελλάδα προσχώρησε με την από 28.5.1979 Συνθήκη των Αθηνών, που κυρώθηκε με το ν.945/1979, η ισχύς της οποίας άρχισε την 1η Ιανουάριου 1981 (άρθρο 2 της συνθήκης προσχωρήσεως) ορίζει ότι "1. Κάθε κράτος-μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί συνακόλουθα την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.2. Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας" (βλ. και Οδηγία 75/117/Ε.Ο.Κ.). Περαιτέρω για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις παραπάνω διατάξεις εκδόθηκε ο νόμος 1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", με τον οποίο ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι "Απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία" και στο άρθρο 15 ότι "Διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού καταργούνται" (για όλα τα παραπάνω βλ. Ολ.Α.Π. 7/1993, Α.Π. 603/2017 και 130/2005). Περαιτέρω στο νόμο 3896/2010 "Εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης - Εναρμόνιση της κείμενης νομοθεσίας με την Οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006 και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: στο άρθρο 1 ότι "Σκοπός του παρόντος νόμου είναι να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, όσον αφορά: α) την πρόσβαση στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εξέλιξης... β) τις συνθήκες και τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής...", στο άρθρο 2 ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: α."άμεση διάκριση": όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση ... ε. "αμοιβή": οι πάσης φύσεως μισθοί και αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από κάθε πηγή, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, εξαιτίας ή και με αφορμή την απασχόληση του τελευταίου", στο άρθρο 3 ότι "1. Απαγορεύεται κάθε μορφής άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση, σε όλους τους τομείς που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, όπως εξειδικεύονται στις κατωτέρω διατάξεις. ... 4. Συνιστά επίσης διάκριση κατά την έννοια του παρόντος νόμου η λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναικών λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, στις περιπτώσεις των προεδρικών διαταγμάτων 176/1997 (ΦΕΚ 150 Α'), 41/2003 (ΦΕΚ 44 Α') και του άρθρου 142 του ν.3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α')", στο άρθρο 7 ότι "1. Αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχείρισης διατάξεις που βασίζονται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ιδίως σε σχέση με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση, προκειμένου:... ε) να καθορίσουν διαφορετικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση παροχών ή να τις περιορίσουν μόνο στους εργαζόμενους του ενός ή του άλλου φύλου", στο άρθρο 12 ότι "Απαγορεύεται κάθε μορφής άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω του φύλου ή της οικογενειακής κατάστασης του εργαζομένου όσον αφορά στους όρους, στις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας, στις προαγωγές, καθώς και στο σχεδίασμά και την εφαρμογή συστημάτων αξιολόγησης προσωπικού" και στο άρθρο 30 ότι "1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών επιχειρήσεων που έχουν ισχύ νόμου ή κανονιστικής πράξης, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος ή ανεξάρτητης δραστηριότητας, εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται, επίσης, όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή άλλων συλλογικών συμφωνιών, διαιτητικών αποφάσεων του ν.1876/1990 (ΦΕΚ 27 Α'), εσωτερικών κανονισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων συμβατικής ισχύος, καθώς και ατομικών συμβάσεων εργασίας, εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος". Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της ε.γ.σ.σ.ε. 1993, του άρθρου 6 της ε.γ.σ.σ.ε. 2002-2003 (που κυρώθηκε με το άρθρο 7 περ. Β' ν.3144/2003), των άρθρων 8 και 9 της ε.γ.σ.σ.ε. 2004-2005 και του άρθρου 2 της ε.γ.σ.σ.ε. 2014: Οι μητέρες εργαζόμενες δικαιούνται για χρονικό διάστημα 30 μηνών από τη λήξη της άδειας λοχείας, είτε να προσέρχονται αργότερα, είτε να αποχωρούν νωρίτερα κατά μία ώρα καθημερινώς από την εργασία τους. Εναλλακτικά δε, με συμφωνία του εργοδότη, το ημερήσιο ωράριο των μητέρων μπορεί να ορίζεται μειωμένο κατά δύο ώρες ημερησίως για τους πρώτους 12 μήνες και σε μία ώρα για 6 επιπλέον μήνες. Την άδεια απουσίας για λόγους φροντίδας του παιδιού δικαιούται εναλλακτικά ο πατέρας, εφόσον δεν κάνει χρήση αυτής η εργαζόμενη μητέρα, προσκομίζοντας στον εργοδότη του σχετική βεβαίωση του εργοδότη της μητέρας του παιδιού. Η ανωτέρω δυνατότητα ισχύει για τον πατέρα ακόμη και στην περίπτωση που η μητέρα είναι αυτοαπασχολούμενη. Στην περίπτωση που και οι δύο γονείς είναι εργαζόμενοι, με κοινή δήλωσή τους, που κατατίθεται στους αντίστοιχους εργοδότες τους, καθορίζεται η επιλογή τους για το ποιος εκ των δύο θα κάνει χρήση της γονικής άδειας φροντίδας παιδιού (μειωμένο ωράριο), εκτός αν με κοινή δήλωσή τους καθορίσουν χρονικά διαστήματα που ο καθένας τους θα κάνει χρήση εντός των χρονικών ορίων ισχύος του δικαιώματος. Ήτοι με τις ανωτέρω διατάξεις ε.γ.σ.σ.ε. ορίσθηκε ότι το μειωμένο ωράριο (άδεια) φροντίδας παιδιών του άρθρου 9 της ε.γ.σ.σ.ε. 1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, δικαιούται να το ζητήσει ο εργαζόμενος, ανεξαρτήτως φύλου, εναλλακτικά ως συνεχόμενη, ισόχρονη άδεια με αποδοχές, εντός της χρονικής περιόδου κατά την οποία δικαιούται να έχει μειωμένο ωράριο για την φροντίδα του παιδιού και ότι η εναλλακτική χορήγηση της άδειας προϋποθέτει συμφωνία του εργοδότη και χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά. Η προαπαιτούμενη αυτή συμφωνία του εργοδότη, ως εμπίπτουσα στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού, υπόκειται στον έλεγχο της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 10/2010). Ήδη πλέον με τη διάταξη του άρθρου 38 ν.4342/2015 ορίζεται ότι "1. Δικαιούχοι της άδειας φροντίδας παιδιού του άρθρου 9 της ε.γ.σ.σ.ε. 1993, του άρθρου 6 της ε.γ.σ.σ.ε. 2002-2003 το οποίο κυρώθηκε με την περίπτωση Β' του άρθρου 7 του ν.3144/2003 (A 111), του άρθρου 9 της ε.γ.σ.σ.ε. 2004 - 2005, της περίπτωσης γ' του άρθρου 7 της ε.γ.σ.σ.ε. 2006-2007, του άρθρου 6 της ε.γ.σ.σ.ε. 2008-2009 και του άρθρου 2 της ε.γ.σ.σ.ε. 2014, όπως ισχύουν κάθε φορά, ή, σύμφωνα με τυχόν ευνοϊκότερες ειδικές ρυθμίσεις, είναι εναλλακτικά οι εργαζόμενοι φυσικοί, θετοί ή ανάδοχοι γονείς και των δύο φύλων, ανεξάρτητα από το είδος της δραστηριότητας που ασκεί ο άλλος γονέας ακόμη και αν ο άλλος γονέας δεν εργάζεται. ... 2. Η άδεια χορηγείται έπειτα από κοινή δήλωση των γονέων προς τον εργοδότη ή τους εργοδότες τους για το ποιος θα κάνει χρήση της άδειας, ενώ μπορούν επίσης να συμφωνήσουν να μοιραστούν την άδεια αυτή για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα τα οποία γνωστοποιούν.Οι εργοδότες υποχρεούνται να παρέχουν στους εργαζόμενους σχετικές βεβαιώσεις. 3. Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, κανονισμών εργασίας, για την άδεια φροντίδας παιδιού εξακολουθούν να ισχύουν ανεξάρτητα από το κριτήριο του φύλου". Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη απασχόλησε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρόσληψή του στις 27.9.1993 έως την παραίτησή του στις 5.10.2017. Ο ενάγων, υπηρετώντας από 1.7.1995 στο Τοπικό Σταθμό Παραγωγής Ικαρίας, αρχικά με την ειδικότητα Τεχνικού Επιμελητή (με καθήκοντα αποθηκάριου, υπεύθυνου εξοπλισμού και πυρόσβεσης) και από 1.12.2003 με την ειδικότητα Ηλεκτροτεχνίτη Σταθμών-Υποσταθμών (απασχολούμενος στην λειτουργία και συντήρηση του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού), υπέβαλε την υπ' αρ. πρωτ. 170/13.3.2014 αίτηση ("προσωπικό έγγραφο") να του χορηγηθεί το διάστημα 1.5.2014-31.10.2015 ειδική άδεια μετ' αποδοχών για ανατροφή των δίδυμων τέκνων του (που γεννήθηκαν την 13.3.2013 στον Καναδά), επισυνάπτοντας την από 28.11.2013 βεβαίωση του Σχολικού Συμβουλίου Περιφέρειας Τορόντο, ότι η σύζυγός του, εκπαιδευτικός στο Α.Υ. Γυμνάσιο του Τζάκσον, βρίσκεται σε γονική άδεια κυήσεως άνευ αποδοχών και αναμένεται να επιστρέφει στην εργασία της από 31.3.2014. Η ανωτέρω αίτηση του ενάγοντος απορρίφθηκε με το υπ' αρ. 2002/30.4.2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού Παραγωγής (Δ.Α.Π.Δ.) της εναγόμενης, με την αιτιολογία ότι η αιτούμενη άδεια προβλέπεται από τις υπ' αρ. 29/1994 και 103/1999 αποφάσεις Γενικού Διευθυντή της εναγόμενης μόνο για τις μισθωτές μητέρες της επιχείρησης και όχι για τους μισθωτούς πατέρες. Μετά ταύτα, ο ενάγων αιτήθηκε και η εναγόμενη του χορήγησε άδεια άνευ αποδοχών λόγω ανατροφής τέκνων το διάστημα 14.10.2014-31.10.2015. Ακολούθως ο ενάγων, με το υπ' αρ. πρωτ. 351/19.1.2016 προσωπικό έγγραφό του προς την εναγόμενη, επανέλαβε το αίτημά να του χορηγηθεί σωρευτική ειδική άδεια ανατροφής τέκνων μετ' αποδοχών, το οποίο απορρίφθηκε εκ νέου από την εναγόμενη με το υπ' αρ. Δ.Α.Π.Δ./513/9.2.2016 έγγραφό της και την ίδια προαναφερόμενη αιτιολογία, με επίκληση επιπροσθέτως της υπ' αρ. 160/2014 απόφασης Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης. Ο ενάγων επανήλθε υπηρεσιακώς, τόσο με το υπ' αρ. πρωτ. 1145/14.11.2016 προσωπικό έγγραφό του στο ίδιο αίτημα αδείας μετ' αποδοχών, που δεν απαντήθηκε από την αρμόδια Διεύθυνση της εναγόμενης, όσο και με το υπ' αρ. πρωτ. 339/21.3.2017 προσωπικό έγγραφό του, ζητώντας την αντιστοίχιση της ληφθείσας άδειας άνευ αποδοχών του διαστήματος 14.10.2014-31.10.2015 με την δικαιούμενη σωρευτική άδεια ανατροφής τέκνων, αίτημα που επίσης απορρίφθηκε με το υπ' αρ. 3939/15.5.2017 έγγραφο της Διεύθυνσης Παραγωγής Νησιών της εναγόμενης, με την αιτιολογία ότι η υπ' αρ. 109/2016 απόφαση Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης ισχύει από τον Οκτώβριο 2016. Τελικώς ο ενάγων με το υπ' αρ. πρωτ. 576/19.5.2017 προσωπικό έγγραφό του προς την εναγόμενη αιτήθηκε για τελευταία φορά την σωρευτική άδεια ανατροφής τέκνων μετ' αποδοχών με έναρξη από 1.10.2017, λαμβάνοντας την υπ' αρ. 7399/11.9.2017 έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης Παραγωγής Νησιών της εναγόμενης, ότι δικαιούται άδεια μετ' αποδοχών συνολικά 29,5 ημερών μέχρι την συμπλήρωση του 5ου έτους ηλικίας των τέκνων του στις 12.3.2018 (της οποίας άδειας ο ενάγων δεν έκανε χρήση, αλλά παραιτήθηκε λίγες ημέρες μετά στις 5.10.2017). Ενόψει των προλεχθέντων, ο ενάγων δικαιούνταν για το διάστημα 1.5.2014-31.10.2015, όπως είχε ζητήσει με την πρώτη υπ' αρ. πρωτ. 170/13.3.2014 αίτησή του, την σωρευτική άδεια ανατροφής τέκνων μετ' αποδοχών, σύμφωνα με το -και τότε- υφιστάμενο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, ήτοι [α] τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1-2, 22 παρ. 1 και 116 του Συντάγματος, των άρθρων 5 παρ. 1 και 15 του ν.1414/1984 και των άρθρων 1, 2 περ. α' και ε', 3 παρ. 1 και 4, 7 παρ. 1 ε', 12 και 30 παρ. 1-2 του ν.3896/2010, [β] τις διατάξεις του άρθρου 9 της ε.γ.σ.σ.ε. 1993, του άρθρου 6 της ε.γ.σ.σ.ε. 2002-2003 (το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο 7 περ. Β' ν.3144/2003), του άρθρου 9 της ε.γ.σ.σ.ε. 2004-2005, του άρθρου 7 περ. γ' της ε.γ.σ.σ.ε. 2006-2007, του άρθρου 6 της ε.γ.σ.σ.ε. 2008-2009 και του άρθρου 2 της ε.γ.σ.σ.ε. 2014 και [γ] την επιχειρησιακή σ.σ.ε. προσωπικού της εναγόμενης ετών 1999-2000 (κεφ. Β παρ. 6 αρ. 2), όπως εξειδικεύθηκε με την υπ' αρ. 103/1999 απόφαση Γενικού Διευθυντή της εναγόμενης, που παρέχουν στις εργαζόμενες μητέρες τη δυνατότητα να επιλέγουν, μετά τη λήξη της άδειας τοκετού, αντί μειωμένου ημερήσιου ωραρίου 2 ωρών, τη λήψη άδειας μετ' αποδοχών διάρκειας 14 μηνών προκειμένου για δίδυμα τέκνα μέχρι τη συμπλήρωση του 5ου έτους ηλικίας αυτών, ρύθμιση η οποία πρέπει να επεκταθεί και στους εργαζόμενους πατέρες, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας των φύλων που κατοχυρώνουν οι παραπάνω διατάξεις Συντάγματος, νόμων και ε.γ.σ.σ.ε., σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη. Επομένως η παραπάνω αίτηση αδείας μετ' αποδοχών του ενάγοντος εσφαλμένως απορρίφθηκε από την εναγόμενη, διαπίστωση που ισχύει και ως προς τις μεταγενέστερες όμοιες αιτήσεις του ίδιου (υπ' αρ. πρωτ. 351/19.1.2016 και 1145/14.11.2016 για σωρευτική άδεια ανατροφής τέκνων μετ' αποδοχών και υπ' αρ. πρωτ. 339/21.3.2017 για αντιστοίχιση της ληφθείσας άδειας άνευ αποδοχών του διαστήματος 14.10.2014-31.10.2015 με την δικαιούμενη σωρευτική άδεια ανατροφής τέκνων), δεδομένου ότι, πέραν των προαναφερθέντων διατάξεων Συντάγματος, νόμων και ε.γ.σ.σ.ε. και επιχειρησιακών ρυθμίσεων, ήδη κατά το χρόνο υποβολής των εν λόγω αιτήσεων [α] ίσχυε η διάταξη του άρθρου 38 ν.4342/2015 σύμφωνα με τα προλεχθέντα στη μείζονα νομική σκέψη και [β] εκδόθηκαν οι υπ' αρ. 160/2014 και 109/2016 αποφάσεις Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης, που ορίζουν, η πρώτη ότι "η άδεια απουσίας για λόγους φροντίδας του παιδιού (μειωμένο ωράριο), όπως αυτή προβλέπεται από τις ισχύουσες ρυθμίσεις, μπορεί να ζητηθεί εναλλακτικά και από τον πατέρα" και η δεύτερη ότι "1. Οι μισθωτοί και των δύο φύλων, ως φυσικοί, θετοί ή ανάδοχοι γονείς ... ανεξάρτητα από το είδος της δραστηριότητας που ασκεί ο άλλος γονέας, ακόμη και αν ο άλλος γονέας δεν εργάζεται, δικαιούνται άδεια με αποδοχές λόγω φροντίδας παιδιού (μειωμένο ωράριο)... 2. Το μειωμένο ωράριο λόγω φροντίδας παιδιού δύναται να χορηγηθεί στους ως άνω μισθωτούς γονείς, εναλλακτικά ως σωρευτική άδεια με αποδοχές... β) 14 μήνες για παιδιά δίδυμα, τρίδυμα κ.λπ. ηλικίας μέχρι πέντε (5) ετών". Και ναι μεν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του ενάγοντος στον Τοπικό Σταθμό Παραγωγής Ικαρίας και τον Αυτόνομο Σταθμό Παραγωγής Σάμου, όπου διαβιβάσθηκαν οι υπ' αρ. πρωτ. 170/13.3.2014 και 351/19.1.2016 αιτήσεις αυτού, είχαν τη γνώμη ότι η ικανοποίηση του αιτήματος για σωρευτική άδεια ανατροφής τέκνων μετ' αποδοχών δεν ήταν δυνατή λόγω έλλειψης προσωπικού. Πλην όμως η αρμόδια να αποφανθεί υπηρεσία της εναγόμενης, ήτοι η Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού Παραγωγής, αρνήθηκε τη χορήγηση της ανωτέρω άδειας με μοναδική αιτιολόγηση το φύλο του ενάγοντος, χωρίς να υιοθετήσει τη γνώμη των ιεραρχικώς προϊστάμενων αυτού περί έλλειψης προσωπικού, αφού καμία σχετική μνεία δεν γίνεται στα υπ' αρ. ΔΑΔΠ/2002/30.4.2014 και ΔΑΠΔ/513/9.2.2016 έγγραφα της εναγόμενης. Επίσης, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. 7399/11.9.2017 έγγραφη απάντηση της Διεύθυνσης Παραγωγής Νησιών της εναγόμενης περί έγκρισης παροχής στον ενάγοντα άδειας μετ' αποδοχών 29,5 ημερών, κρίθηκε εκ μέρους της ως επαρκές δικαιολογητικό η από 28.11.2013 βεβαίωση του Σχολικού Συμβουλίου Περιφέρειας Τορόντο, ότι η σύζυγος του ενάγοντος βρίσκεται σε γονική άδεια κυήσεως άνευ αποδοχών και αναμένεται να επιστρέψει στην εργασία της ως εκπαιδευτικός από 31.3.2014 (έγγραφο που συνυποβλήθηκε από τον ενάγοντα με όλες τις αιτήσεις του για άδεια μετ' αποδοχών). Επομένως οι ισχυρισμοί της εναγόμενης, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι διαφώνησε στη χορήγηση άδειας μετ' αποδοχών στον ενάγοντα [α] αφενός κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της, λόγω έλλειψης προσωπικού, [β] αφετέρου επειδή από τη βεβαίωση εργοδότη της συζύγου του ενάγοντος δεν προκύπταν i) ποια διευκόλυνση δικαιούταν, λόγω φροντίδας τέκνου, με βάση το ρυθμιστικό πλαίσιο του εργοδότη και ii) ότι δεν έκανε χρήση αυτής, ώστε να λάβει όμοια διευκόλυνση ο εργαζόμενος πατέρας (ενάγων), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και αλυσιτελείς, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η άρνηση της εναγόμενης να χορηγήσει την επίμαχη άδεια μετ' αποδοχών δεν οφείλονταν στις ανωτέρω αιτιάσεις, ουδόλως προβληθείσες από την ίδια στις απορριπτικές έγγραφες απαντήσεις της αρμόδιας να αποφανθεί Διεύθυνσής της, αλλά με αυτές επικαλέσθηκε η εναγόμενη ως μοναδική αιτία απόρριψης ότι η εν λόγω άδεια παρέχεται μόνο στις μητέρες -και όχι στους πατέρες- εργαζόμενους. Λόγω της ως άνω αντισυμβατικής και παράνομης άρνησης της εναγόμενης να χορηγήσει στον ενάγοντα την προαναφερόμενη άδεια, αφότου για πρώτη φορά το αιτήθηκε, αυτός υποχρεώθηκε να λάβει άδεια άνευ αποδοχών το διάστημα 14.10.2014-31.10.2015, προκειμένου να ανταποκριθεί στην ανάγκη φροντίδας των τέκνων του και καθώς η σύζυγός του αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας (χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία και μικρό λεμφοκυτταρικό λεύκωμα - βλ. την από 3.5.2018 ιατρική γνωμάτευση του Ιατρικού Κέντρου "S." Οντάριο Καναδά), με συνέπεια να υποστεί περιουσιακή ζημία, ήτοι να απολέσει τις αντίστοιχες αποδοχές ποσού [(μηνιαίος μισθός 2.571,75 ευρώ x 12 μήνες = 30.861 ευρώ) + 500 ευρώ δώρο Χριστουγέννων 2014 + 250 ευρώ δώρο Πάσχα 2015 + 250 ευρώ επίδομα αδείας 2015 + 387,20 ευρώ αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2015 - καταβολή 106,50 ευρώ = ] 32.141,70 ευρώ. Η ανωτέρω ζημία του ενάγοντος δεν αποκαταστάθηκε, λόγω και των μεταγενέστερων απορρίψεων του αιτήματος αυτού για λήψη σωρευτικής άδειας φροντίδας τέκνων μετ' αποδοχών. Η προλεχθείσα συμπεριφορά της εναγόμενης, ήτοι η συνεχόμενη, αντισυμβατική και αντίθετη στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, κατά διάκριση λόγω φύλου, άρνησή της να χορηγήσει την εν λόγω νόμιμη άδεια μετ' αποδοχών στον ενάγοντα, παρά τη μεσολάβηση του "Συνηγόρου του Πολίτη" (βλ. τα υπ' αρ. πρωτ. 7876/29.2.2016, 13631/8.4.2016 και 21224/8.6.2006 έγγραφα της ανωτέρω Ανεξάρτητης Αρχής, όπου απευθύνθηκε ο ενάγων, με τα οποία επισημάνθηκε στην εναγόμενη -χωρίς η τελευταία να απαντήσει εγγράφως- η νομιμότητα του αιτήματος του ενάγοντος για σωρευτική άδεια ανατροφής τέκνων μετ' αποδοχών, δηλαδή ότι δικαιούνται αυτήν και οι πατέρες εργαζόμενοι, καθώς εξαίρεσή τους από το εν λόγω δικαίωμα δεν προκύπτει ούτε από την επιχειρησιακή σ.σ.ε. της εναγόμενης ούτε από την υπ' αρ. 160/2014 απόφαση Διευθύνοντος Συμβούλου της) και την αποδεδειγμένη ανάγκη φροντίδας των νεογέννητων τέκνων του ενάγοντος, εν όψει και των σοβαρών προβλημάτων υγείας της συζύγου του, συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, που του επέφερε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται αυτός χρηματική ικανοποίηση, ανερχόμενη στο αιτούμενο ποσό 5.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες της προσβολής, η ψυχική ταλαιπωρία του ενάγοντος, η υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων διοίκησης της εναγόμενης, η κοινωνική, οικογενειακή, επαγγελματική και οικονομική θέση του ενάγοντος (καθώς οι αποδοχές της εργασίας του αποτελούσαν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού του, με το οποίο συνέβαλλε και στις οικογενειακές ανάγκες) και η επαγγελματική και οικονομική θέση της εναγόμενης (ανώνυμη εταιρία με ευρεία επιχειρηματική δραστηριότητα και κερδοφορία), ενώ ο δεύτερος λόγος έφεσης της εναγόμενης, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη (και επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος της εναγόμενης [α] αποζημίωση ποσού 32.141,70 ευρώ - εκ του οποίου καταψηφιστικώς 15.430,50 ευρώ για αποδοχές διαστήματος από 1.10.2014 έως 30.4.2015 και αναγνωριστικώς 16.711,20 ευρώ για τις υπόλοιπες αποδοχές, δώρα και επιδόματα - λόγω μη χορήγησης σωρευτικής άδειας φροντίδας τέκνων με ισόποσες αποδοχές και [β] χρηματική ικανοποίηση ποσού 5.000 ευρώ -όλο αναγνωριστικώς- λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για όλα τα κονδύλια από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση), ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, η δε κρινόμενη έφεση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.[...]