Καταχρηστική καταγγελία συμβάσεως για λόγους εκδικήσεως του εργαζομένου Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 174 και 281 ΑΚ, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ως καταχρηστικής, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δεδομένου ότι με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αυτής θεμελιώνεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της εργοδότριας σε βάρος του εργαζόμενου ενάγοντος. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, και ανεξαρτήτως των οικονομικών προβλημάτων που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης πράγματι αντιμετώπιζε η εναγομένη, ήταν να εκδικηθεί τον τελευταίο, λόγω εμπάθειας και εχθρότητας των νομίμων εκπροσώπων της προς το πρόσωπό του, επειδή αυτός α) αρνήθηκε να ενταχθεί στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που είχε προκηρύξει η εναγομένη, β) επέδειξε σθένος και δεν κάμφθηκε από το κλίμα ανασφάλειας, εκφοβισμού και πιέσεων που το πρώτο εξάμηνο του έτους 2016 τεχνηέντως και μεθοδευμένα καλλιεργούσε η εναγομένη στο προσωπικό της εν γένει (και στον ενάγοντα) αναφορικά με το εργασιακό του μέλλον (μείωση αποδοχών, επιβολή αναγκαστικών αδειών αναψυχής, θέση σε διαθεσιμότητα), με σκοπό να τον εξωθήσει να συναινέσει ανεπιφύλακτα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κατά παράκαμψη των περιορισμών του Ν. 1381/1983 για τις ομαδικές απολύσεις και γ) επέδειξε σθεναρή επιμονή στην τήρηση των εργασιακών του δικαιωμάτων εκ μέρους της εναγομένης, που απέρρεαν από τη σύμβαση εργασίας του, ζητώντας την εξακολούθηση της σύμβασης εργασίας του, σύμφωνα με τους εργασιακούς όρους που προβλέπονταν σε αυτή και ότι χαρακτηριστικό της εμπάθειας και εχθρότητας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντος, ήταν η κατάθεση προσχηματικής μήνυσης εναντίον του, καθώς και εναντίον όλων των εργαζομένων που συμμετείχαν στην απεργία και δεν είχαν δεχθεί να ενταχθούν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, προκειμένου να τους απολύσει χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 (και όχι και από τον αριθμό 1 που εντελώς αόριστα αναφέρει η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διατυπώνεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα με συνέπεια να μην απαιτούνται περαιτέρω αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ή την ανάλυση των περί του αντιθέτου πραγματικών επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας κατά μέρος δε που υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης και μάλιστα με αναφορά σε αποδεικτικά μέσα, πλήττεται ουσιαστικά η εκτίμηση από το Μονομελές Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Α.Π. 688/2022 Πρόεδρος: Ο κ. Νικ. Πιπιλίγκας Εισηγητής: Ο κ. Ν. Πουλάκης Δικηγόροι: Ο κ. Ι. Καρούζος - Η κ. Στυλ. Μαχαίρα - Η κ. Μαρία Μυλωνά