Νομικό Πρόσωπο και αρμοδιότητα καταγγελίας συμβάσεως Για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) απαιτείται να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιό του. Εφόσον ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου) η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του, κατά τις διατάξεις των αρθρ. 67, 68 και 70 ΑΚ. Διαφορετικά, εάν δηλαδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη και κατ' άλλη άποψη άκυρη. Α.Π. 1401/2014 Πρόεδρος: Ο κ. Βασ. Λυκούδης Εισηγητής: Ο κ. Ν. Πάσσος Δικηγόροι: Οι κ.κ. Κ. Γάτσιος - Γ. Παπαμιχαήλ I. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 211, 213, 216, 226, 229, 233, 669 και 672 ΑΚ, 1 ν. 2112/20, 1 - 5 ν. 3198/55 προκύπτει, ότι για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) απαιτείται να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιό του, εφόσον δε εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου) η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του, κατά τις διατάξεις των άρθ. 67, 68 και 70 ΑΚ (Α.Π. 1269/2009, 557/2008), διαφορετικά, εάν δηλ. η καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη (Α.Π. 1358/2009, 557/2008, κατ' άλλη άποψη άκυρη, Α.Π. 1268/2009), στην περίπτωση δε αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού που έπαυσε εξαιτίας της καταγγελίας αυτής να προσέρχεται στην υπηρεσία του, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας, αν, όμως, μετά την ως άνω καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή της εργασίας του και το νομικό πρόσωπο την αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας. Εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 και 3 του κ.ν. 2190/20 για τις ανώνυμες εταιρείες, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, ορίζεται, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί την εταιρία δικαστικά και εξώδικα και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα τα οποία να εκπροσωπούν την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στην διοίκηση, στην διαχείριση της περιουσίας της και στην επίτευξη των σκοπών της γενικά και ότι το καταστατικό της μπορεί να ορίζει θέματα πάνω στα οποία η εξουσία του Δ.Σ. ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη του ή από τους διευθυντές της εταιρίας, με ανάλογο περιορισμό της παραγράφου 2 του άρθρου 18. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το Δ.Σ. αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την Α.Ε. και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας, απέναντι στην εταιρεία, πρόσωπο διαφορετικό από αυτή, αλλά όργανό της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της Α.Ε. και διαχείρισης της περιουσίας της επιτρέπεται κατά τις πιο πάνω διατάξεις να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, που εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Για τον λόγο αυτόν ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ίδιος με το δεσμό του Δ.Σ. με αυτήν και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου. Τέλος, κατά το άρθρο 7α παρ. 1 περ. γ' του ως άνω κ.ν. 2190/1920 σε δημοσιότητα υποβάλλονται ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση, με τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που ασκούν την διαχείριση της εταιρείας ή έχουν την εξουσία να το εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα, η δημοσιότητα παρ. 1α και β του ίδιου νόμου, πραγματοποιείται (α) με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, που τηρείται στην Υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της Νομαρχίας, όπου έχει την έδρα της η εταιρεία και (β) με την δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας Υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας, στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, των πράξεων και στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις της παρ. 13 του αυτού ως άνω άρθρου συνάγεται περαιτέρω ότι η δημοσιότητα δεν είναι συστατικός τύπος, έχει, όμως, σημασία, διότι μόνον αν τα στοιχεία αυτά υποβληθούν στις διατυπώσεις δημοσιότητας αντιτάσσονται στους τρίτους, ενώ σε αντίθετη περίπτωση μόνον οι τρίτοι και όχι η εταιρεία μπορούν να τα επικαλεσθούν, εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν τις μεταβολές αυτές, που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αλλαγή της σύνθεσης του ΔΣ και των προσώπων που την εκπροσωπούν. (...) Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο (...) εξαφάνισε την εκκληθείσα 905/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο ως προς την απορριφθείσα κυρία βάση της ένδικης αγωγής περί ανυπόστατου της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς την ως άνω βάση της, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και αναγνώρισε ότι (α) η από 23.6.2008 καταγγελία της ως άνω σύμβασης του ενάγοντος είναι ανυπόστατη και (β) η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 196.297,3 ευρώ με το νόμιμο τόκο κ.λπ. Κατά την γνώμη που πλειοψήφησε, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ρητώς το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι την απόφαση για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης έλαβε το μόνο αρμόδιο για την καταγγελία της σύμβασης Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξουσιοδοτώντας προς τούτο για την υλοποίηση της αποφάσεώς του αυτής τον I.Μ., δέχεται ταυτόχρονα ότι η εν λόγω καταγγελία έγινε από τον τελευταίο εκ μόνου του γεγονότος ότι αυτός υπογράφει το σχετικό έγγραφο, στο οποίο, όμως, ρητώς αναφέρεται ότι η εν λόγω καταγγελία γίνεται σε εκτέλεση της σχετικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου. Ακολούθως το Εφετείο κρίνει ότι η γενόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο από 23.6.2008 καταγγελία είναι ανυπόστατη καθότι η ιδιότητα του I.Μ. ως διευθύνοντος συμβούλου με εξουσία μεταξύ άλλων να εκπροσωπεί και να εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του ενάγοντα, ως τρίτου, διότι κατά το χρόνο της καταγγελίας, δεν είχαν γίνει οι νόμιμες δημοσιεύσεις. Όμως, οι κατά το άρθρο 7α παρ. 1 περ. γ' του ως άνω κ.ν. 2190/20 διατυπώσεις δημοσιότητας, αφορούν, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποφάσεις του Δ.Σ. για την ανάθεση σε μέλος του Συμβουλίου ή σε τρίτο εξουσιών που αφορούν την εκπροσώπηση της Α.Ε. και την διαχείριση της περιουσίας της. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο με την από 4.6.2008 απόφασή του μεταβίβασε στον I.Μ., εξουσία αντιπροσώπευσης της Α.Ε. ή εξουσία για την άσκηση καταγγελίας συμβάσεων με το προσωπικό της και ειδικότερα εξουσία για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, κατά τη δική του κρίση, ως εκπροσώπου της Α.Ε., ώστε να απαιτούνται οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη διατυπώσεις δημοσιότητας, αφού, κατά τις παραδοχές της, την απόφαση για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης είχε λάβει ήδη το ίδιο το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας. Συνεπώς το γεγονός ότι ο I.Μ. δεν είχε κατά το χρόνο της καταγγελίας την εξουσία εκπροσώπησης της εταιρείας δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αρκούσε η ιδιότητα αυτού, ως υπαλλήλου της εταιρείας, να γνωστοποιήσει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο την γενόμενη από το Δ.Σ. καταγγελία, σύμφωνα με την ειδική εξουσιοδότηση που δόθηκε σ' αυτόν, χωρίς να απαιτούνται για την ειδική αυτή εντολή διατυπώσεις δημοσιότητας. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη (απορριπτόμενου αυτού ως αβασίμου κατά το σκέλος του από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, ως απαραδέκτου δε κατά το σκέλος του από τον αριθ. 14 αυτού, για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου από το Εφετείο, θεωρούντος ως ανυπόστατη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, καθ' όσον η αναιρετική αυτή πλημμέλεια αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες και απαράδεκτα), να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο καθόσον μέρος της κατά παραδοχή και ως ουσιαστικά βασίμου του τρίτου λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου δέχθηκε την αγωγή αυτού κατά την κυρία βάση της περί ανυπόστατου της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του και τις εντεύθεν αξιώσεις του, με αντίστοιχη εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να απορριφθεί κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός της έφεσης του αναιρεσιβλήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση και δη προς έρευνα των μη εξετασθεισών επικουρικών βάσεων της αγωγής, για τις οποίες είχε προταθεί σχετικός, μη ερευνηθείς, λόγος έφεσης, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθ. 65 παρ. 1 ν. 4139/2013). Κατά την γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου (Νικ. Πάσσος, Αρεοπαγίτης - Εισηγητής) με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, εφόσον δέχθηκε, ειδικότερα, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, όπως προαναφέρθηκε, ότι το Δ.Σ. της εναγομένης κατά την συνεδρίαση της 4.6.2008 αποφάσισε (α) με απόφασή του τον διορισμό του I.Μ. ως διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης και (β) με απόφασή του την παύση του ενάγοντος από την θέση του Γενικού Διευθυντή Επιβατών από την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας της σύμβασής του, εξουσιοδοτώντας τον ως άνω διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την υλοποίηση της απόφασής του, καθώς και ότι ο ως άνω ορισθείς ως διευθύνων σύμβουλος I.Μ. την 23.6.2008, και με την ιδιότητά του αυτήν, προέβη ο ίδιος στην επίμονη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καθ' ον χρόνον, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, δεν είχαν καταχωρισθεί στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, ούτε είχαν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, οι αποφάσεις του Δ.Σ. της εναγομένης για την προσωρινή ανάθεση καθηκόντων διευθύνοντος συμβούλου στον I.Μ., αλλά ούτε και η (εκεί αναφερομένη) ΚΥΑ για την οριστική ανάθεση των καθηκόντων αυτών στον I.Μ., και δεν δέχθηκε, όπως ανακριβώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι ο ως άνω I.Μ. στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε απλώς ως εξουσιοδοτηθείς υπάλληλος της εναγομένης να γνωστοποιήσει στον ενάγοντα την ήδη ειλημμένη, κατά νόμιμο τρόπο, απόφαση του Δ.Σ. για την παύση του ενάγοντος από τα καθήκοντά του και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής καταγγέλλοντας την σύμβαση εργασίας του, και επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, έπρεπε ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το ως άνω σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.