Αξιώσεις για παροχή εργασίας από μη νόμιμα εργαζόμενο αλλοδαπό Χρήστου Δ. Νικολαΐδη, Δικηγόρου Όπως ορθώς παρατηρείται η αγορά εργασίας κάθε χώρας δεν είναι ανοικτή στους αλλοδαπούς. Κάθε νομοθέτης θέτει περιορισμούς στην εργασία αλλοδαπών που συμπυκνώνονται στις προϋποθέσεις έκδοσης άδειας εργασίας και άδειας παραμονής, που ήδη σε εμάς με νεότερη ρύθμιση συγχωνεύθηκαν σε μία άδεια καλούμενη "άδεια διαμονής για εργασία"(1) προκειμένου να προσφέρουν νόμιμα την εργασία τους. Έτσι διακρίνουμε τη νόμιμη εργασία αλλοδαπών τρίτων χωρών από την παράνομη εργασία στην οποία εντάσσεται η μεγάλη μάζα των λαθρομεταναστών (Ν.4201/2014).(2), (3) Ξεχωριστή κατηγορία αλλοδαπών με ειδικές ρυθμίσεις είναι η εργασία των ομογενών (Ν.19751991) καθώς και των πολιτών της Ε.Ε. για τις οποίες ισχύει η ελεύθερη μετακίνησή τους ως εργαζομένων.(4) Η σύμβαση εργασίας αλλοδαπού μη εφοδιασμένου με την απαιτούμενη από το νόμο άδεια είναι κατ' άρθρα 3, 174 και 180 Α.Κ. απολύτως άκυρη καθόσον αντιβαίνει στη δημόσια τάξη. Καθημερινά όμως, παρέχεται στη χώρα μας σε μεγάλη έκταση εργασία από αλλοδαπούς χωρίς έγκυρη σύμβαση εργασίας. Έτσι παγίως δέχεται η νομολογία ότι η ακυρότητα της σύμβασης εργασίας δεν στερεί τον εργαζόμενο παρανόμως αλλοδαπό από το δικαίωμα του να αξιώσει από τον εργοδότη του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επομ. Α.Κ.) την ωφέλεια την οποία αυτός αποκόμισε από την εργασία την οποία του παρέσχε.(5) Με άλλα λόγια επί παροχής εργασίας με άκυρη σύμβαση ο εργαζόμενος αλλοδαπός δικαιούται να απαιτήσει από τον εργοδότη του το χρηματικό αντάλλαγμα το οποίο και θα κατέβαλε για την ίδια εργασία σε άλλο μισθωτό διαθέτοντα τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητα που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση.(6) Συνεπώς ο παρανόμως απασχοληθείς αλλοδαπός δικαιούται των νομίμων αποδοχών του για την παρασχεθείσα από αυτόν εργασία.(7) Σημειωτέον ότι η αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας το επίδομα αυτής, η προσαύξηση εργασίας Κυριακών και αργιών, η προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου μισθού λόγω παροχής παράνομης υπερωριακής εργασίας και τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα οφείλεται πάντως εκ του νόμου και όχι με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.(8) Ως προς τις οφειλόμενες αποδοχές κατά τη διάταξη περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και συγκεκριμένα ob injustam causam το καταβλητέο ποσόν δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελάχιστων νομίμων ορίων, αφού αυτά αποτελούν το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο οποιασδήποτε συμβάσεως εργασίας(9) πλέον της αμοιβής για υπερεργασία και δώρα εορτών.(10) Ειδικότερα: Η άκυρη σύμβαση δεν δημιουργεί υποχρέωση και δικαιώματα για τα μέρη. Ειδικά ο εργοδότης δεν έχει, αν δεν θέλει, πλέον υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό. Όταν όμως αρχίσει να λειτουργεί η άκυρη σύμβαση εργασίας (παρέχεται εργασία, καταβάλλεται ο μισθός κ.α.) δημιουργείται πραγματική κατάσταση η οποία επιβάλλει, σύμφωνα με την κρατούσα προστασίας των μισθωτών, την άποψη ότι η ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, ενεργεί όχι ex tunc αλλά ex nunk, δηλαδή μόνο για το μέλλον.(11) Συνεπώς ισχύουν και για τις στηριζόμενες σε άκυρη σύμβαση σχέσεις εργασίας όχι μόνον οι με στενή έννοια προστατευτικές εργατικές διατάξεις, αλλά και οι διατάξεις που θεσπίζουν ειδικά δικαιώματα μισθωτών όπως π.χ. το δικαίωμα της άδειας αναψυχής. Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι η λειτουργία των όρων της άκυρης σύμβασης δεν μπορεί εκ των υστέρων να ανατραπεί (π.χ. να αναζητηθούν οι καταβληθέντες μισθοί).(12) Από την άλλη πλευρά και η άκυρη σύμβαση εργασίας υπόκειται σε διαμόρφωση από διάφορους παράγοντες που επενεργούν στις σχέσεις εργασίας. έτσι οι Σ.Σ.Ε., οι κανονισμοί εργασίας η πρακτική της εκμετάλλευσης η ίση μεταχείριση κ.α. εφαρμόζονται και στην άκυρη σύμβαση εργασίας. Η νομολογία δέχεται ότι για να λυθεί μία σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στηριζόμενη σε άκυρη σύμβαση(13) δεν αρκεί ο εργοδότης να επικαλεσθεί την ακυρότητα της σύμβασης αλλά πρέπει και να την καταγγείλει καταβάλλοντας τη σχετική αποζημίωση χωρίς να δημιουργείται παντός αξίωση για την καταβολή μισθών υπερημερίας σε περίπτωση της καταβολής της.(14) Για το ορισμένο της αγωγής η βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού επιτρέπεται κατά δικονομική επικουρικότητα στο ίδιο δικόγραφο με την κύρια βάση από σύμβαση, δεν απαιτείται όμως, να διαλαμβάνεται ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ήθελε ευσταθήσει η εκ συμβάσεως αγωγή, αφού δεν είναι εύλογο να αξιωθεί από τον ενάγοντα να διαλάβει ο ίδιος τους λόγους απορρίψεως της κύριας βάσης της αγωγής του.(15) Η νομολογία αναγνώρισεν ήδη το δικαίωμα της άδειας αναψυχής και στις απασχολούμενους με άκυρη σύμβαση εργασίας(16) καθώς και την εφαρμογή των περί προνοίας των εργαζομένων διατάξεις(17) όπως π.χ. των αρθ. 657 και 658 ΑΚ που αφορούν το δικαίωμα σε μισθό των ακύρως απασχολουμένων σε περίπτωση εύλογης αποχής από την εργασία τους.(18) Ζήτημα γεννάται σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος(19) με το δικαίωμα του παρανόμως απασχολούμενου αλλοδαπού να αναζητήσει διαφυγόντα κέρδη.(20) Κατ' αρχήν οι αξιώσεις, προκειμένης ακύρου συμβάσεως, στηρίζονται στις διατάξεις περί εξωσυμβατικής ευθύνης. Η ευθύνη του εργοδότη και των υπαιτίων τρίτων σε περίπτωση προσβολής της ζωής και της σωματικής ακεραιότητος ή της υγείας του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του η εξ αφορμής αυτής(21) διέπεται από τις διατάξεις του Ν.515/1915 (ΦΕΚ Α 11/08.01.1918), όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με τον οποίο αν το ατύχημα αποδίδεται σε δόλο του εργοδότη ή τα υπ' αυτού προστηθέντα πρόσωπα ή σε παράβαση των όρων ασφαλείας ο παθών έχει το εκλεκτικό δικαίωμα τότε να ασκήσει είτε την εκ του άρθρου 3 τούτου αγωγή είτε την εκ του άρθρου 914 ΑΚ (άρθρο 16). Αυτονοήτως εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 657 - 658 ΑΚ, δηλαδή ο κωλυόμενος να εργασθεί μισθωτός δεν χάνει το δικαίωμα να ζητήσει το μισθό του μέχρι 15 ημερών ή μέχρις ενός μηνός. Επίσης ο παθών εργαζόμενος, ο υπαίτιος του εργατικού ατυχήματος τρίτος ενάγεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επομ. Α.Κ. Κατ' άρθ. 7, Ν.515/1915 ο υπεύθυνος σε αποζημίωση εργοδότης ή τρίτος, υποχρεούται προσέτι "...να πληρώσει τα ιατρικά και φαρμακευτικά έξοδα και τα έξοδα νοσηλείας διά την κηδείαν του παθόντος δραχμάς δυσχιλίας". Τέλος επί εργατικού ατυχήματος ο αλλοδαπός μισθωτός (ή η οικογένεια του σε περίπτωση θανάτου του) δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, όταν το ατύχημα δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του.(22) Σαν συμπέρασμα θα μπορούσε να σημειωθεί ότι σήμερα, ενώ με την κρατούσα και ορθή γνώμη οι περιορισμοί που έπεται από τον νομοθέτη υπό τη μορφή γενικωτέρων ή αδικωτέρων προϋποθέσεων και όρων του κύρους της άκυρης σύμβασης εργασίας αλλοδαπού δεν θα πρέπει να επιφέρουν την ανατροπή της δικαιοπρακτικής θεμελίωσης των δικαιωμάτων και αξιώσεων που ανατρέχουν στο χρονικό εκείνο διάστημα κατά τα οποίο η σχέση εργασίας πράγματι λειτούργησε, εν τούτοις η νομολογία την θέση αυτή την απορρίπτει με αποτέλεσμα τα ελαττώματα τους να επηρεάζει καθοριστικά στη χώρα μας την εξέλιξη της εργασιακής σχέσης και να μην αντιμετωπίζεται η σχέση εργασίας που θεμελιώνεται σε άκυρη σύμβαση εργασίας ως έγκυρη για το χρόνο της λειτουργίας και τα Δικαστήρια να περιορίζονται στην όχι πάντοτε συνεπή σταχυολόγηση ορισμένων ρυθμίσεων για τις οποίες αποδέχονται ότι ο νομοθέτης θέλησε την εφαρμογή τους και όταν ακόμη η σύμβαση εργασίας πάσχει από ελάττωμα του κύρους ("απλή εργασιακή σχέση").(23) (1) Ειδικής μέριμνας τυγχάνουν ως "δικαιούχοι διεθνούς πρόσβασης" οι αιτούντες διεθνή προστασία και τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί καθεστώς παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σύμφωνα με τα ισχύουσες διατάξεις και τις διεθνούς υποχρεώσεις της Πολιτείας, Κουκιάδης ο.π. σελ. 452 επομ. (2) Δημήτρης Ζερδελής: Εργατ. Δικ., έκδοση Γ' Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2015 αριθ. 578, σελ. 309. Για τη διαδικασία έκδοσης της άδειας διαμονής για εργασία (δεν είναι απαραίτητη για την απασχόληση πολιτών της Ε.Ε.) ακολουθείται η διαδικασία της "μετάκλησης" του αλλοδαπού βλ. Π. Βαφειάδου σε Ιωάννη Δ. Ληξουριώτη: Εφαρμογή Εργατ. Δικ., 4, Αθήνα, 2008, σελ. 16, καθώς και Βασίλη Β. Γαμβρούδη: Στοιχεία Εργατ. Δικ. και Στοιχεία Ασφαλιστ. Δικ., έκδοση ΕΑΕΔ 2024, σελ. 235, επομ. (3) Ήδη από δεκαετίας που είχαμε τη πρωτιά στη παράνομη απασχόληση τονίζοταν η "ενίσχυση του χαρακτήρα της παράνομης απασχόλησης λόγω της αθρόας εισαγωγής παρανόμων μεταναστών" αλλά και η νωθρότητα της δραστηριότητας των Κρατών για την καταπολέμηση της "μαύρης εργασίας", η οποία, όμως συνέβαλε στη συγκράτηση και μείωση του πληθωρισμού, στοιχείο που δεν ήταν δυνατόν να μείνει απαρατήρητο σε μία συγκυρία που ο στόχος του χαμηλού πληθωρισμού συνιστούσε καθοριστικό μέσον για την ένταξη της στην Ο.Ν.Ε. (βλ. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Γ.Σ.Ε.Ε. - Α.Δ.Ε.Δ.Υ.: εργασιακές Σχέσεις και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, 14 μελέτες, Αθήνα, Ιούνιος 2001, σελ. 272, και 277 - 278). (4) Ιωάννης Δ. Κουκιάδης: Εργατ. Δικ., έκδοση Η', Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2015, σελ. 446 - 447. (5) Για την από την έλλειψη αδείας εργασίας, δημιουργούμενη σχέση εργασίας, αποτελούσα παράνομη de facto κατάσταση, θεωρούμενη ως αναπλήρωση η υποκατάσταση της νόμιμης κατάστασης και παρακολούθημα αυτής (parajuridiques) γεννώσα νομικές υποχρεώσεις. βλ. αναλυτικά Γεωργίου Μιχαηλίδου - Νουάρου: Παρατηρήσεις επί των παρανόμων de facto καταστάσεων σε ΞΕΝΙΟΝ, Festschrift, fur PAN. J. ZEPOS, I.Band, Athen, Freiburg Br. - Koln, 1973, σελ. 295 επομ. ιδίως σελ. 300 και 308 και Α.Π. 250/2006 αφορώσα και το Δημόσιο. (6) Γαμβρούδης ο.π. σελ. 6. Τα αυτά ισχύουν και για την παροχή εργασίας μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος της άδειας. βλ. Ζερδελή, ο.π., αριθ. 578, σελ. 310. Πρόκειται περί επιγενόμενης ακρότητας. βλ. Αποστ. Σ. Γεωργιάδη: Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδοση 5η, Αθήνα, 29019, σελ. 488. (7) Πάντως δεν συνυπολογίζονται οι προσαυξήσεις (λόγω γάμου κλπ.) οι οποίες συντρέχουν στο πρόσωπο του ακύρως απασχοληθέντος. ΑΠ 5041975 μνημονευόμενη από Δημήτριο Ν. Κεράνη: Εργατ. Δικ. & Εργατ. Νομοθεσία, Αθήνα, 1986, σελ. 57. (8) Γεωργίου Α. Λεβάντη - Κώστα Δ. Παπαδημητρίου: Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, Αθήνα 2011, σελ. 298 με παραπομπές στη νομολογία. βλ. και Δημήτρ. Ζερδελή: Εργατ. Δικ., έκδοση Γ?, Αθήνα - Θεσσαλονίκη αριθ. 1867, σε. 868 και ΑΠ 2192/2014. (9) ΑΠ 141/1989 Ελ. Δικ. 31, 785. (10) Εφετ. Αθην. 8682/1990 Ελλ. Δικ. 32, 604 μνημονευομένη από Σταύρο Σταυρόπουλο: Ερμηνεία Εργατ. Δικ., Αθήνα, 1993, σελ. 354. (11) Για την κατάσταση των μερών των εκπληρωσάντων την άκυρη σύμβαση, βλ. και Κώστα Ι. Δημάκη: Η αποζημίωση εκ της παράνομου υπερωριακής εργασίας, Ε.Ε.Δ. ΙΖ (1958), σελ. 337 - 347 και του ιδίου: Μελέται Εργατ. Δικ., Αθήναι, 1972, σελ. 453 επομ., ιδίως σελ. 461. (12) Σταυροπούλος, ό.π., σελ. 65. (13) Επί άκυρης σύμβασης ορισμένου χρόνου ο εργοδότης επικαλούμενος την ακυρότητα αποδεσμεύεται αζημίως. βλ. πάντως Αλεξ. Καρακατσάνη - Σταύρου Γαρδίκα: Ατομ. Εργασ. Δικ., έκδοση 5η, Αθήνα - Κομοτηνή, 1995, αριθ. 223, σελ. 158. (14) Καρακατσάνης - Γαρδίκας, ό.π. αριθ. 221 επομ., σελ. 156 επομ. (15) Αλεξ. Πούλος σε Αποστ. Σ. Γεωργιάδη - Μιχάλη Π. Σταθόπουλο: Α.Κ., τομ. 3ος, Αθήναι, 1980, αριθ. 57, σελ. 433. (16) Κουκιάδης, ο.π., έκδοση Ι, σελ. 621. (17) Λεβέντη - Παπαδημητρίου ο.π., σε. 302. (18) Καυκάς ο.π., σελ. 623, ασαφής Δημήτριος Γ. Παπαδημητρίου: Εργατ. Δικ., έκδοση 2η Αθήναι, 1994, αριθ. 131, επομ., σελ. 164 επομ. Παραδείγματα υπολογισμού αποδοχών ασθενείας βλ. σε Γαμβρούδη ο.π. σελ. 147 επομ. (19) Για την έννοια του εργατικού ατυχήματος βλ. και την πρόσφατη ΑΠ 855/2024, ΝοΒ 2025, 386. (20) Βλ. Γιάννη Κ. Καρούζου: Αξίωση αποζημίωσης από μη νόμιμα εργαζόμενους αλλοδαπούς, Φορολ. Επιθεώρηση, 2005 τεύχος Ιουλίου. (21) Κατά την ΑΠ 1635/1981 (ΔΕΝ 38.272) αποτελεί εργατικό ατύχημα ο τραυματισμός του εργαζόμενου από σιδηροδρομικό όχημα, κατά τη μετάβαση του πεζή στον τόπο εργασίας του από την ενδεδειγμένη οδό έστω και καθυστερημένα. (22) Βλ. και Μονομελ. Πρωτ. Θεσσαλ. 966/2024, ΝοΒ 2025, 409. (23) Παναγιώτη Μπουμπουχεροπούλου: Ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής (και δικαστικός έλεγχος περιεχομένου) εν τη συμβάσει εργασίας, Ε.Ε.Δ. 2025, σελ. 443 επομ. ιδίως σελ. 446 και υποσημ.19.