Καταχρηστική η αξίωση λήψεως της αποζημιώσεως απόλυσης Δεν οφείλεται αποζημίωση όταν ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή τις εκπληρώνει κακοβούλως, με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση. Μον. Πρωτ. Αθηνών 851/2024 Πρωτοδίκης: Ο κ. Αθαν. Καφύρας Δικηγόροι: Οι κ.κ. Φρίξος Γεραλής - Ευστάθιος Γραμμένος - Γ. Κεχαγιόπουλος - Βασ. Τσιαντής (...) Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του v. 3198/55, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/97 και ήδη κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 330 του π.δ. 80/2022 (Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου), η καταγγελία της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή με την ποινή της ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βούλησης του εργοδότη για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του, καθώς και ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξάρτητα από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον απολυόμενο. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Όταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/20 (ήδη άρθρο 323 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου], στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξίωσης για αποζημίωση λόγω απόλυσης ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τηρήσεως των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της ένστασης από το άρθ. 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού (ΑΠ 1277/2021, 525/2016, 2241/2013, όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2015, παρ. 27, πλαγ. αριθ. 1922 -1924, σελ. 969 - 971 με τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία]. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων ιστορεί ότι προσλήφθηκε την 2.6.1987 από την 1η εναγομένη, υπό διαφορετική επωνυμία και εταιρική μορφή, εργαζόμενος συνεχώς και αδιαλείπτως ως προϊστάμενος λογιστηρίου μέχρι τις 31.12.2015, οπότε και απολύθηκε, στη συνέχεια επαναπροσλήφθηκε την 1.3.2016 και απολύθηκε εκ νέου στις 4.3.2019. Ότι η τελευταία αυτή απόλυσή του κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη, καθώς κρίθηκε ότι έγινε από λόγους εμπάθειας στο πρόσωπό του, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και ως εκ τούτου επανήλθε στην εργασία του στις 9.10.2020. Ότι οι σχέσεις του με τον 2ο εναγόμενο, ο οποίος ήταν ένας εκ των δύο αρχικών εκπροσώπων της 1ης εξ αυτών ήταν άσχημες και περιλάμβαναν και δικαστικές ενέργειες, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι μετά την επιστροφή του στην εργασία στις 9.10.2020 και ιδίως μετά την αποχώρηση του έτερου νόμιμου εκπροσώπου της 1ης εναγόμενης αδελφού του 2ου εναγόμενου - τον Μάιο του 2022 και την συνακόλουθη είσοδο στην εταιρεία της επιχείρησης του 3ου εναγόμενου, ο οποίος πλέον είναι ένας εκ των νομίμων εκπροσώπων της, υπήρξε δέκτης προσβλητικής και απαξιωτικής συμπεριφοράς, με επιδίωξη της 1ης εναγομένης να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, έτσι ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωσή της να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του, η οποία σύμφωνα με όρο της σύμβασης εργασίας του ήταν σημαντικά υψηλότερη της νόμιμης. Ότι ο ίδιος ουδέποτε επιθυμούσε να αποχωρήσει από την εργασία του, ωστόσο κατόπιν ασκήσεως ασφυκτικών πιέσεων δέχθηκε να διαπραγματευτεί την αποχώρησή του με την καταβολή χαμηλότερης της συμφωνηθείσας αποζημίωσης απόλυσης, πλην όμως η 1η εναγομένη αξίωσε από αυτόν να υπογράψει μία καταπλεονεκτική ρήτρα εχεμύθειας, σε περίπτωση παραβίασης της οποίας θα όφειλε να καταβάλει μια υπέρογκη ποινική ρήτρα, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε την υπογραφή της. Ότι κατόπιν αυτού η 1η εναγομένη προέβη στις 21.10.2022 στην εκ νέου απόλυσή του, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του, επικαλούμενη ότι ο ίδιος προκάλεσε με τη συμπεριφορά του την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, προκειμένου να λάβει τη συμφωνηθείσα αποζημίωση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Ότι ο ίδιος ουδέποτε επιθυμούσε να αποχωρήσει από την εργασία του, αντιθέτως η εργοδότριά του εξύφανε σχέδιο υποβιβασμού και εξαναγκασμού του σε παραίτηση, στο οποίο όμως δεν υπέκυψε. Ότι η απόλυσή του είναι άκυρη, αρχικά διότι δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και περαιτέρω διότι υπήρξε αποτέλεσμα άσκησης νόμιμου δικαιώματος του και δη της άρνησής του να αποδεχθεί τη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και της επιδίωξής του να λάβει τη νόμιμη άδειά του, αλλά και γιατί έγινε για λόγους άσχετους με την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων. Ότι εξάλλου για δέκα ημέρες άδειας του 2022 που δεν έλαβε, του καταβλήθηκε μεν η σχετική αποζημίωση, χωρίς όμως να του καταβληθεί η προσαύξηση 100%, δεδομένου ότι τη ζήτησε και παρ' όλα αυτό δεν την έλαβε, ενώ τέλος εξαιτίας της συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Για τους λόγους αυτούς, μετά από νόμιμο μερικό περιορισμό των αιτημάτων από καταψηφιστικά σε εν μέρει αναγνωριστικά, ζητεί α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 21.10.2022 απόλυσής του, β) να υποχρεωθεί η 1η εναγομένη να τον απασχολεί αποδεχόμενη τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του όπως και πριν την απόλυσή του, γ) να καταδικασθεί η 1η εναγομένη στην καταβολή ποσού 400 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της με το διατακτικό της παρούσας απόφασης, δ) να αναγνωρισθεί ότι η 1η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 174.632,28 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 22.10.2022 έως 31.12.2023, το ποσό των 6.198,00 ευρώ για επίδομα άδειας 2023 και το ποσό των 15.470,21 ευρώ για αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας 2023 και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 3.161,33 ευρώ ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022, το ποσό των 6.456,21 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2023 και το ποσό των 12.912,42 ευρώ για Δώρο Χριστουγέννων 2023, όλα τα ανωτέρω ποσά μικτά και νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ε) επικουρικά, σε περίπτωση που η απόλυσή του κριθεί έγκυρη, να αναγνωρισθεί ότι η 1η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 1.275.533,58 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από την απόλυσή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, στ) να αναγνωρισθεί ότι η 1η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 10.896,96 ευρώ ως αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια του 2022, νομιμοτόκως από τότε που κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ζ) να αναγνωρισθεί ότι όλοι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 50.000,00 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με τον νόμιμο τόκο το παραπάνω ποσό από την επίδοση της αγωγής, η) να απαγγελθεί η προσωπική κράτηση του 2ου και 3ου των εναγομένων ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, θ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και ι) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα. (...) Από τον συνδυασμό όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι πράγματι το μείζον ζήτημα που καθόρισε τη συμπεριφορά των αντιδίκων από τότε που ο ενάγων επανήλθε στην εργασία του μετά την επιτυχή έκβαση του δικαστικού του αγώνα για αναγνώριση της ακυρότητας της από 4.3.2019 πρώτης απόλυσής του, ήταν η καταβολή ή μη της ένδικης αποζημίωσης απόλυσης ενόψει του ιδιαίτερα μεγάλου ύψους της. Συγκεκριμένα, με την επιστροφή του ενάγοντος στην εργασία του στις 9.10.2020 η 1η εναγόμενη δεν επιθυμούσε να προβεί στην απόλυσή του, διότι αυτό θα την υποχρέωνε να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, ενώ ταυτόχρονα ο ενάγων δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση να παραιτηθεί από τη θέση του, διότι αυτό θα συνεπαγόταν την απώλεια του ποσού αυτού. Για τον λόγο αυτό και μετά την αποχώρηση του αδελφού του 2ου εναγόμενου από τη διοίκηση της 1ης και την είσοδο στην εταιρεία της επιχείρησης του 3ου εναγόμενου, ενώ πολλοί υπάλληλοι της 1ης εναγομένης παραιτήθηκαν και ακολούθησαν τον αποχωρήσαντα μέτοχο στη νέα επιχείρησή του, ο ενάγων παρέμεινε, παρ' όλο που δεν ήταν - όπως ο ίδιος παραδέχεται - ευχαριστημένος από το κλίμα που επικρατούσε, αφού ήταν δέκτης απαξιωτικής και προσβλητικής συμπεριφοράς. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος προέβλεπε εξαιρετικό ευνοϊκούς όρους αναφορικά με το ωράριο εργασίας του, αφού του επέτρεπε να εργάζεται 4,5 ώρες την ημέρα και μάλιστα εφόσον οι συνθήκες το επέτρεπαν θα μπορούσε να εργάζεται και λιγότερο. Ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλειά του στο ακροατήριο συνομολόγησε ότι ο ενάγων είχε αποκτήσει τόσα προνόμια στην εργασία, που δύσκολα θα τα εγκατέλειπε, ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσής του δήλωσε ότι πέραν της μισθωτής απασχόλησής του στην 1η εναγομένη, διατηρούσε και διατηρεί και ατομική επιχείρηση, ενώ ήδη έχει ξεκινήσει, ως εξωτερικός συνεργάτης, να συνεργάζεται με την ανταγωνιστική επιχείρηση του αδελφού του 2ου εναγόμενου. Όταν λοιπόν έλαβε χώρα η συγχώνευση της 1ης εναγομένης με την εταιρεία του 3ου εναγόμενου και αφού ο ένας μετά τον άλλο οι υπάλληλοί της αποχωρούσαν, ο ενάγων ξεκίνησε την παραπάνω αποστολή μηνυμάτων προς τα μέλη του ΔΣ της εναγόμενης δυναμιτίζοντας έτι περαιτέρω το ψυχρό κλίμα που επικρατούσε σε αυτή, προκαλώντας την απάντησή τους, σε κάθε δε απάντηση επανερχόταν με μηνύματα που επιχειρούσαν να καταρρίψουν έναν - έναν όλους τους ισχυρισμούς τους, με αποκορύφωμα το από 6.10.2022 μήνυμα, στο οποίο απρόκλητα (αφού δεν προκύπτει από το μήνυμά του ο λόγος για τον οποίο τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν κρίσιμο το ζήτημα της ασφάλισης των εργαζομένων στην ασφαλιστική κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών ή αν του ζητήθηκε με κάποιο τρόπο ο έλεγχος της αποθήκης της εναγόμενης) ενημέρωνε αυτούς για λανθασμένες πρακτικές της επιχείρησης που θα κόστιζαν μεγάλα ποσά σε αυτή αν γινόταν έλεγχος. Ταυτόχρονα, δεν προκύπτει ότι η 1η εναγόμενη - μέσω των μελών της διοίκησής της - προκάλεσε με κάποιο τρόπο την αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στην απόλυση του ενάγοντος και τούτο διότι η σχέση εργασίας του, παρά τις όποιες δυσκολίες στη συνεργασία τους, λειτουργούσε χωρίς σοβαρά προβλήματα. Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι ενώ από την επάνοδό του στην εργασία του στις 9.10.2020 και εντεύθεν η ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην 1η εναγομένη δεν ήταν ιδιαίτερα φιλική προς τον ενάγοντα και ο ίδιος δεν εργαζόταν με τις ευνοϊκές συνθήκες του παρελθόντος, παρ' όλα αυτά η συνεργασία τους συνεχιζόταν, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, αφού ουδέν σχετικό εισφέρεται στη δίκη. Αντιθέτως, ο ίδιος τον Φεβρουάριο του 2022 επέλεξε να ασκήσει την ανωτέρω από 4.2.2022 αγωγή του, στην οποία πέραν της εύλογης αξίωσής του για μισθούς υπερημερίας, επέλεξε να ζητήσει και την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, λόγω της (επικαλούμενης από τον ίδιο) βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, μέσω της καταβολής χρηματικής αποζημίωσης, στρεφόμενος πέραν της εργοδότριάς του και κατά του νυν 2ου εναγόμενου, ενώ λίγους μήνες αργότερα, μετά την αποχώρηση του αδελφού του 2ου εναγόμενου, ο ίδιος ο ενάγων προέβη σε κινήσεις που προκάλεσαν περαιτέρω αναταραχή στις σχέσεις του με τον 2ο εναγόμενο και τα μέλη της οικογένειάς του που συμμετείχαν στη διοίκηση της επιχείρησης, αλλά και με τον 3ο εναγόμενο που μόλις είχε εισέλθει στην εταιρεία και τον οποίο, ενώ δεν είχε - όπως ο ίδιος συνομολογεί - ουδέποτε συναντήσει, παρ' όλα αυτά του καταλόγιζε εμπάθεια και κακή συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό, ενώ είχε τη δυνατότητα τόσο να δραστηριοποιείται ατομικά, αλλά και να συνεργάζεται εξωτερικά με την ανταγωνιστική επιχείρηση του αποχωρήσαντος μετόχου, χωρίς να αισθάνεται ούτε την πίεση, ούτε την ανάγκη να παραιτηθεί από την εργασία του, παρ' όλα αυτά επεδίωκε οπωσδήποτε να απεμπλακεί από την 1η εναγομένη, μέσω της απολύσεώς του, έτσι ώστε να λάβει την ιδιαίτερα υψηλή - κατά τα ανωτέρω - αποζημίωση απόλυσής του. Τονίζεται δε ότι ακόμα και αν παραιτείτο οικειοθελώς από την εργασία του, και πάλι δικαιούτο, σύμφωνα με τον όρο 9,2 της σύμβασης εργασίας του (οπ.π), να λάβει αποζημίωση ίση με 15 μέσους μηνιαίους μισθούς, ποσό εξίσου σημαντικό ενόψει των υψηλών αποδοχών του, ωστόσο δεν το έπραξε, καθώς οπωσδήποτε προτιμούσε το σημαντικά υψηλότερο ποσό της αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσής του. Ενεργώντας συνεπώς με τρόπο που υπερέβαινε τα όρια που θέτει η καλή πίστη, προκάλεσε την από 21.10.2022 απόλυσή του, ήτοι εξανάγκασε την 1η εναγομένη να τον απολύσει για να εισπράξει τη συμφωνηθείσα αποζημίωση απόλυσής του. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων ζητεί - αφού αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής του - να υποχρεωθεί η 1η εναγομένη να τον απασχολεί και να λάβει μισθούς υπερημερίας και επικουρικό να του καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσής του. Τούτο δεν αναιρεί την κατάγνωση καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους του ως προς την επίκληση της ακυρότητας της απόλυσής του λόγω της μη καταβολής αποζημίωσης, αφού ο ίδιος περιγράφει ένα εξαιρετικό άσχημο κλίμα στον χώρο εργασίας του, με απαξιωτική συμπεριφορά σε βάρος του και εκατέρωθεν ανταλλαγή μακροσκελών μηνυμάτων και κατηγοριών, με αποτέλεσμα το αίτημα να επανελθεί σε ένα τέτοιο εργασιακό περιβάλλον - και συνακόλουθα να του καταβληθούν και μισθοί υπερημερίας - να αξιώνεται ούτως ή άλλως καταχρηστικά. Συμπερασματικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η προβολή της ακυρότητας της από 21.10.2022 απόλυσης του ενάγοντος, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας της 1ης εναγομένης περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και αποκρούονται από τον προβληθέντα από την 1η εναγομένη ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων του ενάγοντος, ο οποίος (ισχυρισμός) πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικό βάσιμος (βλ. τα διαλαμβανόμενη στη νομική σκέψη, ΑΠ 1277/2021, Δ. Ζερδελή, οπ.π), απορριπτομένης της υπό κρίση αγωγής κατά την κύρια και επικουρική βάση της, με τις οποίες ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της από 21.12.2022 καταγγελίας, η επαναπασχόληση του ενάγοντος στη θέση εργασίας του, η καταβολή μισθών υπερημερίας και επικουρικά η καταβολή της αποζημίωσης απόλυσής του, ως ουσιαστικά αβάσιμης. Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί ακυρότητας της ένδικης απόλυσής του επειδή έγινε κατόπιν ασκήσεως νόμιμου δικαιώματος του και για λόγους άσχετους με την εκτέλεση της εργασίας του, αφού ο ίδιος προκάλεσε αυτή με τη συμπεριφορά του, ήτοι την κακή συνεργασία του με τα μέλη της διοίκησης και τους λοιπούς υπαλλήλους που προσλήφθηκαν στην εταιρεία μετά τη συγχώνευσή της με την επιχείρηση του 3ου εναγόμενου και με σκοπό να εξαναγκάσει την εργοδότριά του να τον απολύσει, έτσι ώστε να αξιώσει τις αιτούμενες παροχές. Μετά ταύτα παρέλκει η εξέταση του ισχυρισμού της 1ης εναγόμενης περί ακυρότητας του όρου 9.1 της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και το αίτημα μείωσης της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας - κατά τους ισχυρισμούς της - ως υπέρμετρης, καθώς και η εξέταση των λοιπών ενστάσεών της. Αναφορικά με το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση της προσαύξησης 100% των αποδοχών αδείας του ενάγοντος για το έτος 2022, λεκτέα τα ακόλουθα: Ο εναγών εκθέτει ότι με το από 6.10,2022 ηλεκτρονικό μήνυμά του (οπ.π) προς τα μέλη του ΔΣ της 1ης εναγόμενης ζήτησε τη λήψη του υπολοίπου της άδειός του και συγκεκριμένα ζήτησε να λάβει την άδειά του από 24.10.2022 έως 6.11.2022, εν συνεχεία από 27.12.2022 έως 8.1.2023 και τρεις εργάσιμες ημέρες σποραδικά ή άπαξ έως στις 31.3.2023 και ότι η 1η εναγομένη αρνήθηκε να το πράξει. Πλην όμως, εν προκειμένω η 1η εναγόμενη ουδόλως αρνήθηκε να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα, έτσι ώστε να αποδεικνύεται πταίσμα της για τη μη χορήγηση της σχετικής άδειας, αφού εν τω μεταξύ χώρησε η από 21.10.2022 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, επομένως το αίτημά του δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί, απορριπτομένου του σχετικού κονδυλίου ως ουσιαστικά αβάσιμου, ενώ επισημαίνεται ότι οι αποδοχές αδείας του, ύψους 10.896,96 ευρώ πράγματι του καταβλήθηκαν, όπως και ο ίδιος συνομολογεί. Τέλος, απορριπτέο τυγχάνει και το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, καθώς δεν αποδεικνύεται αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους της 1ης εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος, ενόψει του ότι η απόλυσή του υπήρξε αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ίδιου, αφού επεδίωξε αυτή, ώστε να ασκήσει την αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας και επικουρικά για αποζημίωση απόλυσης. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως προς όλες τις βάσεις και τα αιτήματά της, ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, ενόψει του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.