Απαγόρευση ανταγωνισμού - Όροι και ποινική ρήτρα Α.Π. 1782/2023 Πρόεδρος: Ο κ. Ν. Πιπιλίγκας Εισηγητής: Ο κ. Απ. Φωτόπουλος Δικηγόροι: Οι κ.κ. Δ. Μπαμπινιώτης - Ν. Χριστοφορίδης (...) 5.β. Ο εργοδότης με ειδικό όρο (ρήτρα) στην ατομική σύμβαση εργασίας που καταρτίζει με τον εργαζόμενο μπορεί να επιβάλει σε αυτόν την υποχρέωση να τηρεί πίστη στο πρόσωπό του (υποχρέωση εχεμύθειας) και να μην τον ανταγωνίζεται (απαγόρευση ανταγωνισμού) ακόμη και μετά τη λύση της εργασιακής τους σύμβασης (άρθρα 200, 288, 361, 651 και 652 ΑΚ). Η μετασυμβατική υποχρέωση εχεμύθειας δεσμεύει τον εργαζόμενο ιδίως να μην αποκαλύπτει σε τρίτα πρόσωπα ή να μην χρησιμοποιεί ο ίδιος εμπορικά και βιομηχανικά απόρρητα της επιχείρησης του εργοδότη του, τα οποία πληροφορήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο όσο απασχολείτο στον εργοδότη του και μπορεί ενδεικτικά να αφορούν στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, στην οικονομική κατάσταση και στην πορεία των εργασιών της, στους πελάτες της, στους προμηθευτές της, στα σχέδια διάθεσης των προϊόντων της στην αγορά, στις τεχνικές μεθόδους παραγωγής, στις συνθέσεις προϊόντων της, στα απόρρητα προγράμματα των ηλεκτρονικών της υπολογιστών κ.λπ., Η μετασυμβατική απαγόρευση μη ανταγωνισμού επιβάλλει στον εργαζόμενο, ενδεικτικά, την υποχρέωση να μην εργασθεί και να μην αξιοποιήσει τις γνώσεις και την εμπειρία του είτε για προσωπικό, είτε για όφελος ανταγωνιστή του εργοδότη του, χωρίς τη συγκατάθεσή του, να επιδοθεί σε όμοια ή παρεμφερή εμπορική δραστηριότητα είτε προσωπικά, είτε με αντιπρόσωπο ή άλλο παρένθετο πρόσωπο, να αποσπάσει εργαζομένους ή πελάτες της επιχείρησης του προηγούμενου εργοδότη του, να αποτρέπει τρίτους να συναλλάσσονται με αυτόν ή να τους προτρέπει να προμηθευθούν προϊόντα από ανταγωνιστές του και να αποκαλύπτει τα επιχειρηματικά μυστικά που απέκτησε από την εργασία του στον πρώην εργοδότη του σε ανταγωνιστές του. Η ρήτρα που απαγορεύει στον εργαζόμενο να ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του με τον εργοδότη του είναι έγκυρη μόνο υπό την προϋπόθεση ότι πράγματι προστατεύει δικαιολογημένο, νόμιμο και άξιο να προστατευθεί συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη. Ο λόγος είναι ότι η συγκεκριμένη ρήτρα περιορίζει αμέσως και σοβαρά την επαγγελματική ελευθερία του εργαζομένου η οποία είναι αξία υπέρτερη από την ανάγκη να προστατευθούν τα περιουσιακά έννομα αγαθά του εργοδότη. Το συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη είναι δικαιολογημένο, ιδίως, όταν ο εργαζόμενος από τη φύση της εργασίας που θα παράσχει στον εργοδότη του, πρόκειται να αποκτήσει πληροφορίες για τα εμπορικά και τεχνικά του απόρρητα ή για τον πελατειακό του κύκλο, τις οποίες, αν γνωστοποιήσει σε τρίτους που ασκούν ανταγωνιστική εμπορική δραστηριότητα με τον εργοδότη του, η ζημία που θα προκληθεί σε βάρος του θα είναι βέβαιη και σημαντική. Ο εργαζόμενος περαιτέρω δεσμεύεται να τηρήσει την υποχρέωση που ανέλαβε με τη ρήτρα έναντι του εργοδότη του, αν, όταν συμβλήθηκε με αυτόν, μπορούσε να σταθμίσει τις έννομες συνέπειες οι οποίες θα επέρχονταν σε βάρος του από το συγκεκριμένο περιορισμό της επαγγελματικής του ελευθερίας. Η ρήτρα εμπιστευτικότητας και μη ανταγωνισμού θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Πρέπει ωστόσο να μην είναι αντίθετη με τα άρθρα 281, 178 και 179 εδ. α ΑΚ, τα οποία κηρύσσουν άκυρη τη δικαιοπραξία που δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του προσώπου. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει και την ελευθερία άσκησης και επιλογής επαγγέλματος. Η ρήτρα συνεπώς πρέπει να μην επιβάλλει στον εργαζόμενο απαγορεύσεις που δεν είναι αναγκαίες για να διαφυλαχθούν δικαιολογημένα οικονομικά συμφέροντα του εργοδότη. Κριτήρια νια την εγκυρότητα ή για την ακυρότητα της ρήτρας που προαναφέρεται μπορούν να αποτελέσουν ιδίως η χρονική διάρκεια της απαγόρευσης, η τοπική της έκταση, η πρόβλεψη οικονομικού ανταλλάγματος, το είδος της επαγγελματικής δραστηριότητας που αποτέλεσε το αντικείμενο της απαγόρευσης, η δυνατότητα ή μη του εργαζομένου να επηρεάσει το περιεχόμενο της ρήτρας και οι συνθήκες υπό τις οποίες ο εργαζόμενος προέβη σε ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος του εργοδότη του μετά τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας (πρβλ. τις ΑΠ 1591/2002, ΑΠ 1285/1984). 5.γ. Η αναιρεσείουσα, στον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης εκθέτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση - με την κρίση της ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ενέχονται συμβατικά έναντι της - υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 Σ, 178, 179 εδ. α, 281, 288, 361, 404 επ., 648 και 652 ΑΚ και πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί, επειδή: α) δέχθηκε ότι η ρήτρα που είχε περιληφθεί στις συμβάσεις εργασίας τις οποίες είχαν καταρτίσει οι εργαζόμενοι - αναιρεσίβλητοι με την εργοδότριά τους - αναιρεσείουσα - και η οποία επέβαλλε σε αυτούς την υποχρέωση να μην ασκήσουν ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος της και να τηρούν την υποχρέωσης πίστης έναντι της μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με αυτή - είναι άκυρη, αλλά β) με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα της δίκης, επειδή το Μονομελές Εφετείο δεν περιέλαβε στην απόφασή του παραδοχές οι οποίες μπορούν να στηρίξουν με πληρότητα το αποδεικτικό της συμπέρασμα και ότι για το λόγο αυτό γ) καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και του υπαγωγικού της πορίσματος στις αόριστες νομικές έννοιες των διατάξεων των άρθρων 178, 179 εδ. και 281 ΑΚ, όπως ειδικότερα εκθέτει στο αναιρετήριο. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το ζήτημα που προαναφέρθηκε δέχθηκε ειδικότερα τα εξής "(...) ο (...) όρος που περιλήφθηκε στις συμβάσεις εργασίας των εναγομένων περί απαγορεύσεως ανταγωνισμού για χρονικό διάστημα δύο ετών από την αποχώρησή τους από την ενάγουσα εταιρεία και οι οποίοι αφορούν το σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας αλλά και το εξωτερικό, καταλύουν τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξ ίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής ή επαγγελματικής δράσης των εναγόμενων καθώς περιορίζουν υπέρμετρα την επαγγελματική τους δραστηριότητα δεσμεύοντας υπερβολικό το δικαίωμά τους στην εργασία. Επομένως ο ανωτέρω όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός και αντίθετος στα χρηστά ήθη (άρθρα 178, 179 ΑΚ) και συνακόλουθα η αναζήτηση εργασίας από τους εναγόμενους μετά την αποχώρησή τους από την ενάγουσα δεν αποτελεί νόμιμο λόγο κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων ως βάσιμου. (...)". Οι αιτιολογίες όμως αυτές της απόφασης είναι ανεπαρκείς ως προς το αν η ρήτρα στις συμβάσεις εργασίας τις οποίες είχαν καταρτίσει οι εργαζόμενοι - αναιρεσίβλητοι με την εργοδότριά τους - αναιρεσείουσα - και η οποία επέβαλλε σε αυτούς την υποχρέωση να μην ασκήσουν ανταγωνιστικές πράξεις σε βάρος της και να τηρούν την υποχρέωσης πίστης έναντι της μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με αυτή - δέσμευε υπερβολικά την ελευθερία των εργαζομένων και συνεπώς ήταν άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη. Το ζήτημα μάλιστα αυτό ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και οι ελλιπείς παραδοχές της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 Σ, 178, 179 εδαφ. α, 281, 288, 361, 404 επ., 648 και 652 ΑΚ. Η αναιρεσιβαλλομένη ειδικότερα απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις που προαναφέρθπκαν, επειδή έπρεπε να περιλάβει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού οντολογικές παραδοχές και για τα εξής κρίσιμα ζητήματα: α) ποιο ήταν συγκεκριμένα το αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας, β) ποια συγκεκριμένα εργασία παρείχε ο κάθε αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα και ποιες γνώσεις και εργασιακή εμπειρία είχε αποκτήσει σε αυτή, γ) αν και πότε ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνέστησε με τρίτα πρόσωπα άλλη εταιρία που ασκούσε ανταγωνιστική εμπορική δραστηριότητα με την αναιρεσείουσα ή όχι, δ) αν και πότε ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνεργάσθηκε, ακόμη και μέσω παρενθέτων προσώπων ή πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας με φυσικά πρόσωπα ή ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες που ασκούσαν όμοια ή παρεμφερή εμπορική δραστηριότητα με την αναιρεσείουσα και αν απέσπασε τη δεύτερη και τον τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους για να συνεργασθούν μαζί του σε ανταγωνιστικές της επιχειρήσεις ή όχι, ε) αν οι δύο τελευταίοι αναιρεσίβλητοι πράγματι συνέδραμαν και σε καταφατική περίπτωση με ποιο συγκεκριμένα τρόπο τον πρώτο από αυτούς στην ανταγωνιστική του συμπεριφορά έναντι της αναιρεσεΐουσας ή όχι, στ) ποιο ήταν το αντικείμενο της εργασίας των αναιρεσιβλήτων στις εταιρίες που προαναφέρθηκαν και με ποια έννομη σχέση συνδεόταν ο καθένας τους με αυτές, ζ) αν οι αναιρεσίβλητοι κατά την άσκηση της ανταγωνιστικής τους δραστηριότητας χρησιμοποίησαν τις μεθόδους, τα λογισμικά συστήματα, την πρακτική εργασίας και τα εμπορικά ή βιομηχανικά απόρρητα που γνώριζαν από την προηγούμενη απασχόλησή τους στην αναιρεσείουσα ή όχι, η) αν απέσπασαν πελατεία ή συνεργάτες από αυτή για να την ανταγωνισθούν μέσω τρίτων νομικών προσώπων ή όχι, θ) αν παρότρυναν συνεργάτες της αναιρεσείουσας να συνεργασθούν με ανταγωνιστικές της επιχειρήσεις που ήλεγχαν οι ίδιοι ή όχι, ι) αν είχαν προβεί σε συγκεκριμένες προπαρασκευαστικές πράξεις κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης με την αναιρεσείουσα για να την ανταγωνισθούν μετά τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους με αυτή ή όχι, ια) αν η απαγόρευση - που εκτεινόταν χρονικά σε δύο (2) έτη από τη λύση των συμβάσεων και η οποία καταλάμβανε γεωγραφικά τόσο την Ελλάδα, όσο και το εξωτερικό - μπορούσε να δικαιολογηθεί, πρώτον, από την τρέχουσα τότε οικονομική συγκυρία και τις συνθήκες της αγοράς, δεύτερον, από τη θέση που κατείχε η εργοδότρια και οι ανταγωνίστριές της στο σύστημα παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών γενικά και, τέλος, τρίτον, από το ενδεχόμενο να ασκήσουν οι εργαζόμενοι ανταγωνιστική δραστηριότητα σε βάρος της αναιρεσείουσας με τη χρήση και συστημάτων πληροφορικής, ιβ) σε ποιο ποσόν ανερχόταν το χρηματικό αντάλλαγμα το οποίο κατέβαλλε η εργοδότρια στους αναιρεσιβλήτους - κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης - για να τηρήσουν τις μετασυμβατικές τους υποχρεώσεις, ιγ) ποιος ήταν ο μηνιαίος μισθός και οι λοιπές οικονομικές παροχές που πιθανόν λάμβανε ο καθένας τους για να ελεγχθεί στη συνέχεια - με κριτήρια τη χρονική και την τοπική έκταση της απαγόρευσης, τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης και την οικονομική τότε συγκυρία - αν πρόκειται για χρηματική αντιπαροχή που θα αντιστάθμιζε την υποχρέωση που είχαν αναλάβει έναντι της αναιρεσείουσας να περιορίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στο μέλλον, ιδ) αν η επίδικη ρήτρα αποτέλεσε ή όχι αντικείμενο ιδιαίτερης διαπραγμάτευσης μεταξύ της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων με συνέπεια οι τελευταίοι να μην μπορέσουν να επηρεάσουν το περιεχόμενό της ή ότι η αναιρεσείουσα δεν έδωσε σε αυτούς τις απαραίτητες πληροφορίες για να μπορέσουν να σταθμίσουν τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν έναντι της με το συγκεκριμένο όρο, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ρήτρα είναι καταχρηστική και ιε) αν από το συνδυασμό όλων όσων προαναφέρθηκαν και των συνθηκών υπό τις οποίες ενήργησαν οι αναιρεσίβλητοι υποδεικνυόταν ότι οι συγκεκριμένοι διάδικοι θα έθεταν πράγματι σε κίνδυνο τα δικαιολογημένα επαγγελματικά συμφέροντα της αναιρεσείουσας ή όχι, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν επρόκειτο για ρήτρα που περιόριζε την επαγγελματική τους ελευθερία περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο ή το αντίθετο. Οι αιτιολογίες αυτές ήταν απαραίτητες για να θεμελιωθεί πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, το οποίο ταυτόχρονα θα εξειδίκευε στην προκειμένη περίπτωση τις αόριστες νομικές έννοιες των "χρηστών ηθών" και της "υπέρμετρης δέσμευσης της ελευθερίας" των αναιρεσιβλήτων για να κριθεί στη συνέχεια με σαφήνεια και πληρότητα αν η επίδικη συμφωνία ήταν άκυρη ή έγκυρη και συνεπώς αν οι αναιρεσίβλητοι ενέχονταν συμβατικά έναντι της εργοδότριάς τους ή όχι. 6. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 Σ, 178, 179 εδαφ.α, 281, 288 ,361, 404 επ., 648 και 652 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με όλα τα σκέλη του τρίτου κυρίου λόγου της αναίρεσής της. Με το δεδομένο αυτό πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση που προσβάλλεται, και ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ’ αριθμό 586/2021 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την εγκυρότητα της επίδικης συμβατικής ρήτρας για απαγόρευση ανταγωνισμού και τήρηση εχεμύθειας για το χρονικό διάστημα μιας διετίας μετά τη λύση των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων με την ανερεσείουσα. Μετά από αυτό παρέλκει να ερευνηθεί η βασιμότητα του τετάρτου - επικουρικού ως προς τον τρίτο - λόγω αναίρεσης.