Προϋποθέσεις εγκύρου καταγγελίας - Δεύτερη καταγγελία Α.Π. 1561/2023 Πρόεδρος: Ο κ. Λουκάς Μόρφης Εισηγητής: Η κ. Μαρία Χασιρτζόγλου Δικηγόροι: Οι κ.κ. Αντώνιος Γεωργαντίδης - Αν. Πασσάς Από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/55, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2556/97, σύμφωνα με την οποία η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρισθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, συνάγεται ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε μια γενικότερη υποχρέωση του εργοδότη να έχει καταχωρίσει σε παρελθόντα χρόνο την απασχόληση του απολυόμενου μισθωτού στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή εν πάση περιπτώσει να τον έχει ασφαλίσει, χωρίς να απαιτείται να είναι ασφαλισμένος και κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης, αφού σκοπός της διατάξεως είναι η διασφάλιση των εσόδων του ΙΚΑ και όχι η δημιουργία μιας ακόμη τυπικής προϋπόθεσης για τη εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Συνεπώς, η μη καταχώριση του απολυμένου μισθωτού στα μισθολόγια που υποβάλλονται στο ΙΚΑ/ΕΦΚΑ κατά το χρόνο που ο εργοδότης τελεί σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του λόγω προηγηθείσης άκυρης απόλυσης, πριν από την οποία ο εργαζόμενος ασφαλιζόταν κανονικά από τον εργοδότη του, δεν καθιστά άκυρη την εκ μέρους του εργοδότη δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας η οποία λαμβάνει χώρα με σκοπό την άρση της υπερημερίας του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/20 και 1, 5 του ν. 3198/55 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζομένου. Δεν θεωρείται όμως καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Ο εργαζόμενος επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση (άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016, που ισχύει από 20.1.2016) του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (στο εξής: ΑναθΕΚΧ). Διότι, ναι μεν με το άρθρο 24 στοιχείο β' του ΑναθΕΚΧ αναγνωρίζεται "το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας", όμως, με το άρθρο 24 στοιχείο β' του ΑναθΕΚΧ, ως συνέπεια της παραβίασης του ως άνω δικαιώματος προβλέπεται μόνο "το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακόμη κι αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Η δε υποχρέωση του εργοδότη να αποζημιώσει τον εργαζόμενο αναγνωρίζεται ανέκαθεν στο εσωτερικό δίκαιο (ν. 2112/20, ν. 3198/55, β.δ. 16/18.7.20, σε συνδυασμό με ν. 3899/2010 και ν. 4093/2012, ήδη δε άρθρο 323 π.δ. 80/2022) για κάθε περίπτωση καταγγελίας (με εξαίρεση εκείνη που γίνεται λόγω υποβολής μηνύσεως ή λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχειρήσεως εξ ανωτέρας βίας ή λόγω πτωχεύσεως της επιχειρήσεως) και δεν αίρεται ακόμη και όταν ο εργοδότης θα μπορούσε να αποδείξει βάσιμο λόγο για τη λύση του ενοχικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η θετική ή αποφατική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής. Γι' αυτό και το κύρος της ήδη γενομένης καταγγελίας εξακολουθεί να ελέγχεται εξατομικευμένα μόνο με την εφαρμογή της ΑΚ 281, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζομένου στο αρμόδιο δικαστήριο (ΑΠ 521/2022, 366/2020, 1512/2018). Εξάλλου, η απώλεια της εμπιστοσύνης και η έλλειψη πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, όχι κατά την υποκειμενική αντίληψη και κρίση του καταγγέλλοντος εργοδότη, αλλά με τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που τις δικαιολογούν και που διαταράσσουν την ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης, θεμελιώνοντας μία αρνητική πρόγνωση ως προς τη λειτουργία της στο μέλλον, καθιστούν μη καταχρηστική την για τους λόγους αυτούς καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του εργαζομένου. Περαιτέρω, η εχθρική διάθεση του εργοδότη, λόγω της προσφυγής του εργαζομένου στη Δικαιοσύνη και της υπεράσπισης των νόμιμων δικαιωμάτων του δεν μπορεί να αναχθεί σε αντικειμενικό λόγο που αίρει κάθε δυνατότητα συνεργασίας, εάν ο εργαζόμενος διεξήγαγε τον δικαστικό αγώνα χωρίς περιττή οξύτητα και με ευπρέπεια (ΑΠ 1486/2007, 883/1982). Διαφορετικά η δεύτερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία ακολουθεί τη δικαστική διάγνωση της ακυρότητας της πρώτης ως καταχρηστικής, με την αιτιολογία ότι λόγω της δικαστικής διαμάχης κατέστη αδύνατη η συνεργασία των αντιδίκων, θα καθιστούσε, εκ των υστέρων και κατ' αποτέλεσμα, σύννομη την παράνομη ενέργεια του εργοδότη που προκάλεσε την αντιδικία. Επομένως, η καταχρηστικότητα της δεύτερης καταγγελίας δεν αίρεται από την τυχόν επερχόμενη, λόγω της δίκης οξύτητα και την συνακόλουθη έλλειψη πνεύματος συνεργασίας, εφόσον αυτή οφείλεται στον ίδιο τον εργοδότη και δεν σχετίζεται με την υπαίτια συμπεριφορά του μισθωτού, διότι στην αντίθετη περίπτωση ο μισθωτός, με μόνη τη δικαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, θα διακινδύνευε να αντιμετωπίσει νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η οποία θα κρινόταν έγκυρη λόγω της αυτόματης πρόκλησης όξυνσης στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου. Όταν όμως ο εργαζόμενος κατέχει θέση ευθύνης ο κλονισμός της εμπιστοσύνης και η απουσία δυνατότητας συνεργασίας στο μέλλον, αρκεί για να καταστήσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας μη καταχρηστική. Στην περίπτωση αυτή, η δεύτερη (επικουρική) καταγγελία που γίνεται με σκοπό την άρση της υπερημερίας του εργοδότη, επιτυγχάνει τον σκοπό της, καθώς η συνέχιση της απασχόλησης μπορεί να αποβεί επιζήμια για τον τελευταίο, επειδή εμποδίζεται ουσιωδώς η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των ίδιων ως άνω άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 3 Ν. 3198/55 και άρθρων 1 και 3 Ν. 2112/20 προκύπτει ότι, για να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη, πρέπει να καταβληθεί συγχρόνως η οφειλόμενη αποζημίωση. Η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ή άλλως η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είτε, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης, να ζητήσει την καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσης. Όμως, η καταγγελία δεν είναι άκυρη και ο εργοδότης δεν γίνεται υπερήμερος, σύμφωνα με τα άρθρα 288 και 342 ΑΚ, αν αυτός προβάλει και αποδείξει κατ' ένσταση, ότι η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης οφείλεται σε παραδρομή ή σε εύλογη αμφιβολία ή σε συγγνωστή πλάνη ως προς τη συνδρομή προϋποθέσεων χορήγησης αυτής (αποζημίωσης) ή ως προς το αληθές ύψος της, οπότε στην περίπτωση αυτή το κύρος της καταγγελίας διασώζεται και ο μισθωτός δύναται να ζητήσει μόνο την καταβολή ή την συμπλήρωση της αποζημίωσης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου κατά της αγωγής του εργαζομένου με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας μη καταβολής ή ελλιπούς καταβολής αποζημιώσεως (ΑΠ 455/2013, 723/2011, 311/2010). Συγγνωστή πλάνη, δε, συντρέχει, όταν ο εργοδότης, αν και κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, λαμβανομένων υπόψη και των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, οφείλει να επιδείξει στις συναλλαγές του, δεν μπόρεσε να διαγνώσει την από το νόμο απορρέουσα υποχρέωσή του, δηλαδή να καταβάλει στον απολυόμενο την σχετική αποζημίωση, πιστεύοντας καλόπιστα ότι δεν έχει τέτοια υποχρέωση ή ότι η υποχρέωσή του αυτή εκπληρώνεται με την καταβολή του χρηματικού ποσού που πρόσφερε, για το σκοπό αυτό, στον εργαζόμενο (ΑΠ 918/2013). Η έννοια της συγγνωστής πλάνης ελέγχεται ως έννοια νομική, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την ορθή υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.