Έννοια ιδιωτικού υπαλλήλου και εργατοτεχνίτη. Από τι εξαρτάται η διάκριση. Η διάκριση εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον χαρακτηρισμό στην σύμβαση εργασίας ή τον τρόπο αμοιβής. Α.Π. 56/2024 Πρόεδρος: Ο κ. Λουκάς Μόρφης Εισηγητής: Η κ. Μαρία Χασιρτζόγλου Δικηγόροι: Οι κ.κ. Γ. Νίκας - Δ. Πολύζος Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του με το π.δ. της 8/13.12.28 κωδικοποιηθέντος ν. 3514/28, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/30 και τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/53, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν. Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πόσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικός εν γένει υπηρεσίας". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε, και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων. Έτσι, για το χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξιδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης και κατά την εκτέλεση της εργασίας, γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού. Ειδικότερα, για το χαρακτηρισμό ως ιδιωτικών υπαλλήλων των απασχολουμένων στη βιομηχανική παραγωγή, δεν αρκεί η άσκηση στο χειρισμό και στη ρύθμιση των μηχανικών μέσων με τα οποία, λόγω της αλματώδους τεχνολογικής προόδου, αναπληρώνεται η καταβολή μυϊκής δυνάμεως, αλλ' απαιτείται πλην της εξιδιασμένης εμπειρίας και η ανάπτυξη πρωτοβουλίας ή η ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, γιατί μόνον όταν συντρέχουν αυτά κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 355/2021, 661/2019). Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για την παραδοχή της ότι ο αναιρεσίβλητος είχε, κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας του λόγω συνταξιοδοτήσεως, την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, παραδοχή εξ αιτίας της οποίας δέχθηκε ότι τού οφείλεται αποζημίωση μεγαλύτερη της καταβληθείσης. Σχετικά με το λόγο αυτό η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση της, ότι ο αναιρεσίβλητος, απόφοιτος τεχνικού λυκείου της ..., όπου έλαβε την ιδιότητα του ηλεκτρομονταδόρου, προσελήφθη την 5.8.1983 από την εναγομένη για να εργαστεί στην βιομηχανική της επιχείρηση που είχε αντικείμενο την κατασκευή ειδών από σύρμα, αλυσίδων και ελατηρίων και εργάστηκε σε αυτήν μέχρι την 25.9.2017, οπότε και αποχώρησε υποβάλλοντας αίτηση για συνταξιοδότηση. Ότι μετά την παρέλευση των πρώτων ετών που εργαζόταν υπό την καθοδήγηση του νόμιμου εκπροσώπου της επιχείρησης Λ.. Μ., ανέλαβε ολοκληρωτικά την ευθύνη της λειτουργίας του τμήματος κατασκευής σιτών περίφραξης, επιβλέποντας τη λειτουργία των μηχανών, την πορεία της παραγωγικής διαδικασίας και την ποιότητα των τελικών προϊόντων, δίνοντας οδηγίες και συντονίζοντας τους εργάτες που εργάζονταν στο τμήμα αυτό. Ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο ενάγων ενεργούσε πλέον αυτόβουλα, ήτοι χωρίς να δέχεται οδηγίες για το αντικείμενο της εργασίας, αφού ο εκπρόσωπος της εναγομένης τού είχε αναθέσει καθ' ολοκληρίαν την επίβλεψη του συγκεκριμένου τμήματος, παραπέμποντας και τους λοιπούς εργαζόμενους του τμήματος, που στερούντο αντίστοιχων γνώσεων και εμπειρίας, να απευθύνονται σε εκείνον για οποιοδήποτε πρόβλημα, έφερε δε ο ενάγων και την ευθύνη για το παραγόμενο προϊόν. Δέχθηκε δε στη συνέχεια ότι, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, ο ενάγων προσέφερε στην εναγομένη εργασία με υπέρτερο το πνευματικό στοιχείο, την οποία εκτελούσε χωρίς να καθοδηγείται από άλλον, αναπτύσσοντας πρωτοβουλία και αναλαμβάνοντας ευθύνη σχετικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, που ήταν η παραγωγή σιτών, διαθέτοντας την απαιτούμενη κατάρτιση και ιδίως εξειδικευμένη εμπειρία, την οποία είχε αποκτήσει από τη μακροχρόνια απασχόλησή του στην εναγομένη και συνεπώς στην εργασία που παρείχε υπερείχε το πνευματικό στοιχείο γι' αυτό και είχε χαρακτήρα εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου κατά το άρθρο 10 ν. 3514/28. Ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός πως ο ενάγων, σε αντίθεση με τους λοιπούς εργαζομένους της επιχείρησης, δεν εργαζόταν σε κυλιόμενες βάρδιες και λάμβανε μισθό μεγαλύτερο από τους λοιπούς εργαζομένους του τμήματος. Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 10 Ν. 3514/28, κρίνοντας ότι για το χαρακτηρισμό του ενάγοντος ως ιδιωτικού υπαλλήλου συνετέλεσε η εξειδικευμένη εμπειρία, η θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και η ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας. Είναι δε αδιάφορο για τον ως άνω χαρακτηρισμό ότι στις σσε για τους εργάτες μετάλλου δεν προβλέπεται η ειδικότητα του ηλεκτρομονταδόρου, αλλά μόνο του μονταδόρου, και ότι η ειδικότητα αυτή εμπίπτει, κατά τους ορισμούς των σσε, στην κατηγορία των τεχνιτών, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου διαφοροποιούντο, για τους λόγους που ανέφερε στην ελάσσονα σκέψη της, από αυτά του απλού τεχνίτη και συνιστούσαν καθήκοντα υπαλλήλου. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης παρίσταται αβάσιμος. Κατά μεν την διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", κατά δε την διάταξη του επόμενου άρθρου 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλείται με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ο (μονομερής) συμψηφισμός αποτελεί όχι μόνο γνήσια ένσταση, αλλά και άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, το οποίο γεννάται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως. Κατά το άρθρο 442 ΑΚ, η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον του δικαστηρίου με την μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (ΑΠ 123/2020). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα και την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων, είχε προτείνει έναντι της αξιώσεως του ενάγοντος για συμπλήρωση της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδοτήσεως, ποσού 10.834,60 ευρώ, ένσταση συμψηφισμού ανταπαιτήσεως της ιδίας συνολικού ποσού 13.605,96 ευρώ, το οποίο συνιστά το υπόλοιπο από το ποσό των 26.228,46 ευρώ, εάν αφαιρεθούν από αυτό ποσό 5.049 ευρώ που επιδικάστηκε στον ενάγοντα για υπερεργασία και ποσό 7.573,50 ευρώ που τού επιδικάστηκε για παράνομη υπερωριακή εργασία, και το οποίο ο ενάγων έλαβε κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας πέραν του νομίμου μηνιαίου μισθού. Ο ανωτέρω περί συμψηφισμού ισχυρισμός, δεν θεμελιώνει αξίωση της αναιρεσείουσας - εργοδότριας κατά του αναιρεσιβλήτου - εργαζομένου, εφόσον με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο κατεβλήθη στον τελευταίο το ποσό των 26.228,46 ευρώ ως αμοιβή από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και, επομένως, δεν υπάρχει ανταπαίτηση και δη ληξιπρόθεσμη ώστε να προταθεί σε συμψηφισμό έναντι των αξιώσεων του ενάγοντας από την ως άνω σύμβαση. Η αναιρεσιβαλλομένη που απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού δεν παραβίασε διατάξεις που προαναφέρονται με εσφαλμένη υπαγωγή. Επομένως, ο έκτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.