Αδήλωτη εργασία Διαπίστωση παράβασης - Πρόστιμα Έκπτωση Προστίμου - Προσφυγή Βασ. Γαμβρούδη, τ. Δ/ντή Υπ. Εργασίας Νομοθεσία Ν. 3996/11 αρθ. 24 (ΕΑΕΔ 2011 σ. 873) ΥΑ 27392/13(1) (ΕΑΕΔ 2013 σ. 864) κατ' εξουσιοδότηση νόμου Ν. 4144/13 αρθ. 13,14,15,16 (ΕΑΕΔ 2013 σ. 442) Ν. 4488/17 αρθ. 35 Επιβολή κυρώσεων ως η ΥΑ 27392/13 Ν. 4485/17 αρθ. 109 (ΕΑΕΔ 2017 σ. 876) Αγροτικές εργασίες - Αλιεία Ν. 4554/18 αρθ. 5 (ΕΑΕΔ 2018 σ. 766) Διοικητικές κυρώσεις και διαδικασία ΥΑ 43614/996/18 (ΕΑΕΔ 2018 σ. 795) Εγκ. ΕΦΚΑ 36/18 (ΕΑΕΔ 2018 σ. 888) 1. Γενικά Με τον τελευταίο νόμο 4554/18 καθιερώνονται νέα δεδομένα στην αντιμετώπιση τόσο της αδήλωτης εργασίας όσο και της υποδηλωμένης εργασίας, ενώ εντατικοποιείται η προσπάθεια της οικειοθελούς συμμόρφωσης των εργοδοτών. Στο πλαίσιο αυτό στοχοποιούνται οι κατ' εξακολούθηση παραβάτες εργοδότες, για τους οποίους προβλέπεται η κλιμακωτή αύξηση του ποσού του προστίμου, ανάλογα με τη συχνότητα υποτροπής τους. Παράλληλα προωθείται το καθεστώς της πλήρους απασχόλησης των εργαζομένων, καθώς παρέχεται στους εργοδότες το δικαίωμα της έκπτωσης του προστίμου, εφόσον προβούν στην πρόσληψη του απασχολούμενου που εντοπίστηκε ως αδήλωτος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης. Στην κατεύθυνση της διασφάλισης και της πληρέστερης προστασίας των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, συνηγορεί επίσης και η καθιέρωση μαχητού τεκμηρίου που εισάγεται με το νέο νόμο, πως η σχέση εργασίας του απασχολούμενου που εντοπίστηκε ως αδήλωτος, έχει διαρκέσει τρεις (3) μήνες πριν την ημερομηνία του επιτόπιου ελέγχου. Στα πλαίσια επίτευξης της προώθησης και της προστασίας των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, θεσμοθετούνται επιπλέον διαδικασίες συνέργειας, καθώς και δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των ελεγκτικών μηχανισμών ΣΕΠΕ και ΕΦΚΑ, εφόσον αναδεικνύεται η έμφαση στην επίλυση των ζητημάτων της ανασφάλιστης και υποδηλωμένης εργασίας. Η αιτιολογική έκθεση του νόμου όπως παρουσιάστηκε στη Βουλή για την αιτιολόγηση της ψήφισης του νόμου προβλέπει ότι η αδήλωτη εργασία παραβιάζει βασικά δικαιώματα των εργαζομένων, συνιστά επιβραδυντικό και στρεβλωτικό παράγοντα της οικονομίας, νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, μειώνει τα δημόσια έσοδα και αποδυναμώνει το ασφαλιστικό σύστημα, υπονομεύοντας την ικανότητά του να ανταποκριθεί στην κοινωική του αποστολή. Υπηρετώντας την κεντρική προτεραιότητα για την καταπολέμηση της παραβατικότητας στους χώρους εργασίας με τις προτεινόμενες διατάξεις ισχυροποιείται το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικότερα το φαινόμενο της αδήλωτης εργασίας. Ακόμη η έκθεση αναφέρει ότι η αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση που ανταποκρίνεται στο σύνολο των αιτιών και των εκφάνσεων του φαινομένου. Για το λόγο αυτό, η αλλαγή της αρχιτεκτονικής του προστίμου έχει ως στόχο την ενδυνάμωση της θέσης του αδήλωτου εργαζόμενου και την απόδοση δικαιοσύνης, την σύνδεση της κύρωσης με τη δυνατότητα συμμόρφωσης του εργοδότη και την συστηματικοποίηση του πλαισίου των επιβαλλόμενων κυρώσεων. Με τις προτεινόμενες διατάξεις προβλέπονται υψηλές διοικητικές κυρώσεις επιβαλλόμενες κατά δέσμια αρμοδιότητα των Επιθεωρητών Εργασίας και υπαλλήλων του ΕΦΚΑ. Συστηματοποιούνται οι κυρώσεις λαμβάνοντας υπόψη τη συμπεριφορά του εργοδότη προκειμένου να αντιμετωπίζεται το φαινόμενο της υποτροπής και να δημιουργηθούν ισχυρά αντικίνητρα που θα οδηγήσουν στη συμμόρφωση του παραβατικού εργοδότη. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται η προσαύξηση του προστίμου σε περιπτώσεις υποτροπής. Περαιτέρω η πλήρης προστασία του εργαζομένου συντελείται, όταν ο τελευταίος καλύπτεται και ασφαλιστικά για την εργασία που προσέφερε. Κατά τεκμήριο θεωρείται ότι η εργασιακή σχέση διήρκεσε τρεις (3) μήνες για ασφάλιση του εργαζομένου και αποδίδονται οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές. Η απόδοση δικαιοσύνης και η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των αδήλωτων εργαζομένων, το δημόσιο συμφέρον και η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών φορέων, αλλά και η εμπέδωση ασφαλιστικής συνείδησης εξυπηρετούνται με αυτήν την πρόβλεψη. Αυτά περιλαμβάνει η αιτιολογική έκθεση του νόμου. Με το νέο πλαίσιο αντιμετώπισης της αδήλωτης εργασίας που θεσπίζεται, καθορίζεται η διαδικασία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων και επαναπροσδιορίζεται το ύψος των επιβαλλόμενων προστίμων. 2. Διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων Ύψος επιβαλλόμενου προστίμου 2α) Βασικό ποσό προστίμου Από το άρθρο 5 του νόμου 4554/18 καθορίζεται το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 10.500 ευρώ για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο (υπάλληλο ή εργατοτεχνίτη) ο οποίος εντοπίζεται κατά τον επιτόπιο έλεγχο και για τον οποίο διαπιστώνεται η μη αναγραφή του στον πίνακα προσωπικού (Ε4) ανεξαρτήτως ηλικίας. Το πιο πάνω πρόστιμο επιβάλλεται από τους αρμόδιους ελεγκτές του ΣΕΠΕ (Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας), τους ελεγκτές του ΠΕΚΑ (Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης) ή του ΕΦΚΑ, κατά δέσμια αρμοδιότητα δηλαδή άμεσα και χωρίς προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων. Για τη διαπίστωση παράβασης αδήλωτης εργασίας συντάσσεται από τα ελεγκτικά όργανα σχετικό Δελτίο Ελέγχου το οποίο συμπληρώνεται κατά τον επιτόπιο έλεγχο και επιδίδεται στον εργοδότη. Τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα ενημερώνουν το κατά τόπο αρμόδιο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας σχετικά (ΤΕΕΣ) του ΣΕΠΕ εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ημέρα διενεργείας του ελέγχου σχετικά με την παράβαση. Στη συνέχεια ο προϊστάμενος του ΤΕΕΣ συντάσσει και επιδίδει Πράξη Επιβολής Προστίμου (ΠΕΠ) με την οποία προσδιορίζεται το ύψος του προστίμου και τα πλήρη στοιχεία του εργαζομένου. Η ΠΕΠ κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη εργοδότη εντός επτά (7) εργασίμων ημερών. Η ΠΕΠ διαβιβάζεται προς την αρμόδια υπηρεσία του ΕΦΚΑ προκειμένου να καταλογισθούν οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Σε κάθε παράβαση του άρθρου 5 του νόμου τεκμαίρεται ότι η σχέση εργασίας διήρκησε τρεις (3) μήνες, εκτός εάν ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος αποδείξουν διαφορετικά. Με πράξη του αρμοδίου ασφαλιστικού φορέα καταλογίζονται, άνευ ετέρου και αναδρομικά από την ημερομηνία του ελέγχου, σε βάρος του εργοδότη το σύνολο των προβλεπόμενων κατά περίπτωση ασφαλιστικών εισφορών. Ως βάση υπολογισμού των εισφορών του τριμήνου λαμβάνεται ο κατώτατος μισθός ή το κατώτατο ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης. Για τον καταλογισμό των ασφαλιστικών εισφορών του τριμήνου, συντάσσεται νέα ΠΕΠ Τρίμηνης Ασφάλισης, με την έκδοση της οποίας ολοκληρώνονται οι σύνθετες διοικητικές ενέργειες επιβολής κυρώσεων για αδήλωτη εργασία. Η ΠΕΠ τρίμηνης διάρκειας δεν υπόκειται σε υπολογισμό πρόσθετων τελών δώρων και επιδομάτων ή λοιπών προσαυξήσεων. Η εξόφληση της ΠΕΠ Τρίμηνης Ασφάλισης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χρήση από τον εργοδότη του δικαιώματος των εκπτώσεων, όπως προβλέπονται πιο κάτω. 2β) Είσπραξη προστίμου Η πράξη επιβολής προστίμου αποτελεί νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του προστίμου και εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) (νδ. 356/74). Όταν το πρόστιμο έχει επιβληθεί από Επιθεωρητή του ΣΕΠΕ καταβάλλεται στην αρμόδια ΔΟΥ. Όταν έχει επιβληθεί από ελεγκτή των ΠΕΚΑ ή υπάλληλο του ΕΦΚΑ, καταβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία του ΕΦΚΑ. Και στις δυο περιπτώσεις το πρόστιμο καταβάλλεται εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την ημέρα επίδοσης της ΠΕΠ. Ο εργοδότης υποχρεούται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ημέρα καταβολής του προστίμου να καταθέσει στην αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ ή ΕΦΚΑ το σχετικό πρωτότυπο διπλότυπο είσπραξης. 2γ) Υποτροπή εργοδότη Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 4554/18 σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη, η οποία διαπιστώνεται εντός τριών (3) ετών από τον πρώτο έλεγχο που διενεργήθηκε από την ημερομηνία ισχύος του νόμου (18-7-18). Το βασικό ποσό προστίμου των 10.500 ευρώ προσαυξάνεται ως εξής: - Κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση - Κατά 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση από αυτήν της προηγούμενης περίπτωσης που διαπιστώνεται σε έλεγχο διενεργούμενο σε διαφορετική ημερομηνία. 3. Δικαίωμα έκπτωσης προστίμου - Προϋποθέσεις 3α) Εκπτώσεις προστίμου Από το άρθρο 6 του νόμου παρέχεται το δικαίωμα της έκπτωσης στο βασικό ποσό του προστίμου, εφόσον ο εργοδότης προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης με τον εργαζόμενο που εντοπίστηκε ως αδήλωτος, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) εργασίμων ημερών από την ημέρα του ελέγχου. Το βασικό ποσό του προστίμου μειώνεται ως εξής: α) στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον τριών (3) μηνών β) στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον έξι (6) μηνών γ) στο ποσό των 3.000 ευρώ σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας τουλάχιστον ενός (1) έτους. Στις περιπτώσεις εποχικών εργασιών, εφόσον ο χρόνος λειτουργίας της επιχείρησης δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση του ελάχιστα απαιτούμενου χρόνου απασχόλησης, ο εργοδότης δύναται να προβεί σε κατάτμηση της σύμβασης ορισμένου χρόνου κατά την περίοδο λειτουργίας που διενεργήθηκε ο έλεγχος και κατά την επόμενη περίοδο εποχικής λειτουργίας. Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί υποχρέωσης επαναπρόσληψης εργαζομένων εποχικών επιχειρήσεων εξακολουθούν να ισχύουν. 3β) Προθεσμίες και προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος έκπτωσης Προκειμένου για τη χορήγηση του δικαιώματος της έκπτωσης ο εργοδότης αποδέχεται το πρόστιμο και παραιτείται του δικαιώματος άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων. Επίσης ο εργοδότης δεν δύναται να κάνει χρήση του δικαιώματος της έκπτωσης, εφόσον υπάρχει διαπιστωμένη υποτροπή αυτού, όπως περιγράφεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του νόμου. Περαιτέρω, εκτός των ανωτέρω, καθώς και της βασικής προϋπόθεσης της πρόσληψης των εργαζομένων που εντοπίστηκαν ως αδήλωτοι εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών, ο εργοδότης υποχρεούται επί πλέον α) να καταβάλλει το επιβληθέν μειωμένο ποσό του προστίμου, που αντιστοιχεί ανά περίπτωση σε συνάρτηση με τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών β) να καταθέσει στην αρμόδια υπηρεσία έκδοσης του προστίμου, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημέρα καταβολής του μειωμένου ποσού του προστίμου 1) Το σχετικό πρωτότυπο διπλότυπο είσπραξης 2) Το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης Ε3 και Ε4 του ΕΡΓΑΝΗ 3) Υπεύθυνο δήλωση επιλογής της διάρκειας της σύμβασης, μη υποτροπή και παραίτησης από την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων. 3γ) Προϋποθέσεις διατήρησης δικαιώματος έκπτωσης Ο εργοδότης προκειμένου να διατηρήσει το δικαίωμα των παραπάνω εκπτώσεων, δεν επιτρέπεται να προβεί σε μείωση του προσωπικού από την ημερομηνία και ώρα του ελέγχου και καθ' όλη τη διάρκεια της επιλεγείσας σύμβασης. Ως μείωση του προσωπικού θεωρείται: - η μείωση του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούνταν συνολικά στην επιχείρηση, την ημέρα του επιτόπιου ελέγχου, προσαυξημένου με αυτών που προσέλαβε ο εργοδότης προκειμένου να λάβει την έκπτωση - η καταγγελία σύμβασης εργασίας - η εθελούσια έξοδος κατόπιν πρωτοβουλίας του εργοδότη, μέσω προγραμμάτων παροχής κινήτρων εθελουσίας εξόδου - η οικειοθελής αποχώρηση εργαζομένου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο διορισμός στο Δημόσιο Σε περίπτωση μείωσης του προσωπικού, κατά τα παραπάνω, ο εργοδότης, προκειμένου να διατηρήσει το ευνοϊκό καθεστώς της έκπτωσης, δύναται εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επέλευσης της μείωσης να προβεί σε νέα πρόσληψη εργαζομένου, με τους ίδιους εργασιακούς όρους, ώστε να διασφαλιστεί ο σταθερός αριθμός των απασχολουμένων στην επιχείρηση. Το διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία της μείωσης του προσωπικού έως αυτήν της νέας πρόσληψης, παρατείνει τη διάρκεια κατά την οποία ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να προβεί σε μείωση προσωπικού. Αντίθετα στην έννοια της μείωσης του προσωπικού δεν περιλαμβάνονται οι κάτωθι ενδεικτικές περιπτώσεις: - η συνταξιοδότηση εργαζομένου. - οι άδειες κυήσεως, ανατροφής τέκνων κλπ. - η λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου, που είχε συναφθεί πριν την ημέρα του επιτόπιου ελέγχου, λόγω παρόδου της συμφωνηθείσας διάρκειας. - η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ύστερα από την υποβολή μήνυσης του εργοδότη κατά εργαζομένου, σε περίπτωση τέλεσης αξιόποινης πράξης από τον τελευταίο. - η στράτευση, η φυλάκιση ή ο θάνατος του εργαζομένου. - η αδυναμία ανανέωσης της άδειας διαμονής και πρόσβασης στην αγορά εργασίας αλλοδαπού εργαζομένου. Στις παραπάνω περιπτώσεις μείωσης του προσωπικού, ο εργοδότης υποχρεούται εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την έλευση ενός εκ των ως άνω γεγονότων, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία έκδοσης του προστίμου τα απαραίτητα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη συνδρομή κάποιου από τους ανωτέρω προβλεπόμενους λόγους. Επίσης ο εργοδότης υποχρεούται να διατηρήσει σταθερό το καθεστώς πλήρους απασχόλησης, όσων εργαζομένων απασχολούνταν με αυτό το καθεστώς, τόσο κατά την έναρξη όσο και καθ' όλη τη διάρκεια της επιλεγείσας σύμβασης για την έκπτωση του προστίμου. Σε περίπτωση που υπάρξει αλλαγή καθεστώτος απασχόλησης εργαζομένων από πλήρη σε μερική ή εκ περιτροπής ή σε περίπτωση που εργαζόμενος τεθεί σε διαθεσιμότητα, ο εργοδότης χάνει το δικαίωμα της έκπτωσης και η υπηρεσία προβαίνει στη βεβαίωση των υπολειπόμενου του αρχικού προστίμου ποσού. 3δ) Διαδικασία παρακολούθησης προϋποθέσεων έκπτωσης Για την άσκηση του δικαιώματος της έκπτωσης ο αρμόδιος ελεγκτής της υπηρεσίας έκδοσης του προστίμου, στον οποίο κατατίθενται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά από τον εργοδότη, αφού ελέγξει αυτά, καθώς και την τήρηση των οριζομένων προθεσμιών, θέτει το υπολειπόμενο ποσό της ΠΕΠ σε καθεστώς αναστολής, μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της επιλεγείσας σύμβασης. Όταν εκπνεύσει το διάστημα διάρκειας της σύμβασης που έχει επιλεγεί, αναλόγως της έκπτωσης που χορηγήθηκε και εφόσον ο εργοδότης τήρησε τους απαιτούμενους όρους, το υπόλοιπο του βασικού προστίμου ποσό διαγράφεται οίκοθεν. Σε περίπτωση που χορηγηθεί το δικαίωμα της έκπτωσης σε εργοδότη και μεταγενέστερα διαπιστωθεί η μη τήρηση των προϋποθέσεων χορήγησής της, βεβαιώνεται σε βάρος του το υπολειπόμενο του αρχικού προστίμου ποσό, με σχετική ενημέρωσή του. Έως την ολοκλήρωση των διαδικασιών για την ηλεκτρονική παρακολούθηση των εργοδοτών που έχουν κάνει χρήση του δικαιώματος της έκπτωσης, η παρακολούθηση της τήρησης των όρων χορήγησής της, για το απαιτούμενο διάστημα επιλογής της σύμβασης, θα πραγματοποιείται με ευθύνη των αρμόδιων υπηρεσιών έκδοσης της ΠΕΠ. 4. Επίλυση Αμφισβητήσεων Κατά των πράξεων επιβολής προστίμων (Διοικητικές κυρώσεις) ασκείται προσφυγή αυτής ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοση. Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείται, με μέριμνα του προσφεύγοντα και με ποινή απαραδέκτου, στην αρμόδια υπηρεσία ΣΕΠΕ ή ΕΦΚΑ. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση των πράξεων. Όπως τονίστηκε η επιβολή κυρώσεων για την αδήλωτη εργασία ολοκληρώνεται μετά την επιβολή προστίμου με τον αντίστοιχο καταλογισμό των εισφορών τρίμηνης ασφάλισης του εργαζομένου. Και αυτή προσβάλλεται εντός 60 ημερών στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο. (1) ΣτΕ 2151/17 (ΕΑΕΔ 2018 σ. 10). Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η ΥΑ 27392/13