Διάλυση τμήματος επιχείρησης και τύχη συνδικαλιστικού στελέχους Σε περίπτωση διαλύσεως τμήματος της επιχείρησης, στο οποίο απασχολούνται συνδικαλιστικά στελέχη, δεν αίρεται η παρεχόμενη προστασία και ο εργοδότης οφείλει να απασχολήσει τον προστατευόμενο σε άλλο τμήμα, εκτός αν λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η απασχόληση σε άλλο τμήμα. Εφόσον η καταγγελία λαμβάνει χώρα λόγω οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος αυτής, για οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν απαιτείται η προσφυγή στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών. Α.Π. 666/2015 Πρόεδρος: Ο κ. Ν. Λεοντής Εισηγητής: Ο κ. Μιχ. Αυγουλέας Δικηγόροι: Η κ. Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα - η κ. Μαρία Λαγουβάρδου - η κ. Αρετή Βλαστού (...) 1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 7 και 23 παρ. 2 του Ν. 1264/82 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας μελών της διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται διαφορετικά από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά, ο πρόεδρος, αναπληρωματικός πρόεδρος ή αντιπρόεδρος, ο γενικός γραμματέας κ.λπ. κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού. Σε περίπτωση μη τηρήσεως της διαδικασίας αυτής, η απόλυση του προστατευόμενου μέλους της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός από την υποχρέωσή του να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλουμένων μάλιστα των ποινών που προβλέπονται από το άρθρο 23 του ίδιου νόμου. Αναγκαία όμως προϋπόθεση για την ανωτέρω προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών αποτελεί η διατήρηση της επιχείρησης σε λειτουργία. Σε περίπτωση όμως διαλύσεως τμήματός της στο οποίο απασχολούνται τα στελέχη αυτά, δεν αίρεται η παρεχόμενη προστασία και ο εργοδότης οφείλει να απασχολήσει τον προστατευόμενο σε άλλο τμήμα, εκτός αν λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η απασχόληση σε άλλο τμήμα. Εφόσον η καταγγελία λαμβάνει χώρα λόγω οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος αυτής, ή αναδιοργάνωσης της επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής, για οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν απαιτείται η προσφυγή στην επιτροπή προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών. Η επιτροπή αυτή αποφαίνεται μόνον αν συντρέχει ή όχι κάποιος από τους προβλεπόμενους από το νόμο λόγους απόλυσης και όχι για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ειδικής προστασίας των συνδικαλιστών στελεχών. Η απόφαση της εν λόγω επιτροπής, αποτελεί διοικητική πράξη, η οποία εφόσον δεν ακυρωθεί από το ΣτΕ ή δεν κριθεί, κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 2 ΚΠολΔ), ως μη νόμιμη, δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να εκφέρουν διαφορετική κρίση ως προς την υπόσταση των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούν ένα από τους πιο πάνω λόγους καταγγελίας, περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 1264/82. Η δεσμευτικότητα, όμως, της αποφάσεως αυτής υφίσταται μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ. 10 του Ν. 1264/82 λόγους καταγγελίας, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται και οι οφειλόμενοι σε οικονομοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι εκφεύγουν του ελέγχου της ως άνω επιτροπής. Σχετική δε, κρίση αυτής δεν δεσμεύει τα δικαστήρια και δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο έλεγχος, στην τελευταία περίπτωση, συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών θα γίνει από το πολιτικό δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής, με την οποία το συνδικαλιστικό στέλεχος προσέβαλε την απόλυσή του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 361, 648, 651, 652, 656, 657, 658 και 660 του ΑΚ καθώς και του άρθρου 7 του Ν. 2112/20, προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να ρυθμίζει οποιοδήποτε θέμα ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, καθορίζοντας το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και γενικά τους όρους παροχής αυτής, αν το εν λόγω δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ανακαλείται ή περιορίζεται από ειδική διάταξη του νόμου ή από την ατομική σύμβαση ή αν δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 Α.Κ. Δεν αποκλείεται δε σ' αυτόν το δικαίωμα και μετά την απόμερους του βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού, η οποία από μόνη της δεν συνεπάγεται τη λύση αυτής, να καταγγείλει τη σύμβαση, η άσκηση όμως του δικαιώματός του αυτού πρέπει να μην υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται από την ίδια διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους -όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει- η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχονται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου (ως έσχατου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως) και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, για την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην αυτή επαγγελματική κατηγορία και ειδικότητα, θα ληφθούν υπόψη η απόδοση, η αρχαιότητα, η ηλικία, τα οικογενειακά βάρη, η οικονομική κατάσταση κάθε μισθωτού, η δυνατότητα εξευρέσεως από αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή, ή με μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Με βάση τα παραπάνω, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι καταχρηστική, όταν ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που θα απολυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα ως άνω κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του καθενός, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τις διαλαμβανόμενες πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200, και 288 του ΑΚ και επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές. Όλα δε, τα στοιχεία αυτά, πρέπει να προβληθούν με το δικόγραφο της αγωγής, ή με τις προτάσεις κατ' ένσταση ή αντένσταση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης νοούνται τα απ' αυτήν γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της στο οποίο στήριξε το νομικό συμπέρασμά της. Τον παραπάνω λόγο αναίρεσης δεν θεμελιώνουν ελλείψεις της απόφασης αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των μετ' επίκληση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Ε.Μ. προσλήφθηκε στις 2.1.1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Χ.Σ. ΟΕ", η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των κατασκευών τεχνικών και δομικών έργων και ανέγερσης κτιρίων και οικοδομών, προκειμένου να απασχοληθεί σ' αυτή με την ειδικότητα του οικοδόμου. Την 1.10.2004 συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών η συνέχιση της απασχόλησης του ενάγοντος στην εναγομένη με την ειδικότητα του αδειούχου χειριστή εκσκαπτικών, ανυψωτικών και συναφών μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων, ειδικότερα δε συμφωνήθηκε η παροχή εργασίας με την ειδικότητα του αδειούχου χειριστή ηλεκτροκίνητου (κινητού και σταθερού) οικοδομικού γερανού. Επιπλέον, ο ενάγων το έτος 2002 εκλέχθηκε με τριετή θητεία πρόεδρος του Δ.Σ. του πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου "Πανελλήνιο Σωματείο Χειριστών, Μηχανοδηγών και Γεωτρυπανιστών Έργων", ενώ επανεκλέχθηκε στην ίδια θέση στις 14.9.2005 και στις 28.7.2008, λόγω δε της ως άνω συνδικαλιστικής του ιδιότητας είναι μέλος του Δ.Σ. της εφεσίβλητης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ομοσπονδίας Χειριστών, Μηχανοδηγών και Γεωτρυπανιστών Ελλάδος", γεγονότα που ήταν γνωστά στην εναγομένη, όπως δεν αμφισβητείται. Από το έτος 2007 και εντεύθεν περιορίσθηκε σημαντικά η οικονομική και κατασκευαστική δραστηριότητα της εναγομένης, κυρίως, αφενός μεν λόγω της διακοπής του έργου κατασκευής του αθλητικού κέντρου με παγοδρομική πίστα και κολυμβητική δεξαμενή στο... Αττικής, αφετέρου δε λόγω της περατώσεως των ήδη ανειλημμένων έργων και της μη αναλήψεως κατασκευής νέων μεγάλων έργων. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια τη μείωση του προσωπικού της εναγομένης από δεκατέσσερις εργαζομένους, που απασχολούντο το έτος 2008 με διάφορες ειδικότητες, σε δώδεκα το έτος 2009 και ήδη σε τέσσερεις το έτος 2011. Ειδικότερα, στον τομέα των χειριστών οικοδομικών γερανών, όπου απασχολείτο ο ενάγων, αποδείχθηκε ότι καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας όλων των εργαζομένων, όπως και της συναφούς ειδικότητας των χειριστών ανυψωτικών μηχανημάτων, πλην του εργαζομένου Β.Ι., ο οποίος συνεχίζει να απασχολείται με την ειδικότητα του χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος, είναι νεώτερος κατ' αρχαιότητα σε σχέση με τον ενάγοντα, δεδομένου ότι προσελήφθη στις 8.5.2006, όμοιας περίπου ηλικίας (37 ετών), έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, εν αντιθέσει με τον ενάγοντα που είναι άγαμος, και, συνεπώς, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, σαφώς υπερτερεί έναντι του τελευταίου ως προς την πλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων για τη μη επιλογή του προς απόλυση, η οποία θα είχε ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρία από το έτος 2007 και εντεύθεν πώλησε τρεις οικοδομικούς γερανούς, ιδιοκτησίας της, στην εταιρεία "ΣΕΠΕ", ενώ καλύπτει τις ανάγκες της στα υπό κατασκευή έργα με μισθωμένους γερανούς και συναφή μηχανήματα, τα οποία μισθώνει από άλλες ομοειδούς επιχειρηματικού αντικειμένου εταιρίες με τους χειριστές τους, χρησιμοποιεί δε περιστασιακά στα έργα της, τα τρία εναπομείναντα στην ιδιοκτησία της γερανοφόρα οχήματα, τύπου "παπαγαλάκι". Η εναγομένη με την από 4.12.2008 εξώδικη δήλωσή της γνωστοποίησε στον ενάγοντα τη μείωση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και, μη έχοντας τη δυνατότητα να τον απασχολεί σε θέση της ειδικότητάς του, αφού οι θέσεις αυτές στην πραγματικότητα είχαν καταργηθεί, οι δε εναπομείνασες επρόκειτο αμέσως να καταργηθούν, όπως και συνέβη (πλην του προαναφερόμενου εργαζομένου I.Β.) πρότεινε σ' αυτόν το ηπιότερο, σε σχέση με την απόλυση, μέσο της συνέχισης της εργασίας του με την ειδικότητα του οικοδόμου στο έργο της ανέγερσης του καταστήματος super market "Γαλαξίας" στην περιοχή ... Αττικής, την παροχή της οποίας, όμως ο ενάγων αρνήθηκε, εμμένοντας στην απασχόλησή του με την ειδικότητα του χειριστή γερανών και μηχανημάτων τεχνικών έργων. Κατόπιν αυτών, η εναγομένη στις 18.2.2009 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του και εξέδωσε εις διαταγήν του ... τραπεζική επιταγή ποσού 17.138,66 ευρώ, εις καταβολήν της αποζημιώσεώς του, ενημερώνοντάς τον γι' αυτό, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα. Στη συνέχεια ότι "ενόψει των προεκτεθέντων, αποδείχθηκε ότι η ένδικη καταγγελία οφείλεται στον επικληθέντα από την εναγομένη περιορισμό της επιχειρηματικής και κατασκευαστικής δραστηριότητάς της, καθώς και στη χρησιμοποίηση κατά την κατασκευή των έργων της, πλέον, μισθωμένων γερανών και εν γένει μηχανημάτων με τους χειριστές τους και, συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από αυτή οικονομοτεχνικοί λόγοι είναι υπαρκτοί, με αποτέλεσμα να μη παραβιάζεται η παρεχόμενη από το Ν. 1264/82 προστασία του ενάγοντος, ως συνδικαλιστικού στελέχους, ούτε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του να προσκρούει στις αρχές του άρθρου 281 Α.Κ.". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, κατέληξε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), είναι έγκυρη και συνακόλουθα απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν αντιφατικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα με σαφήνεια εκτίθεται ότι από οικονομοτεχνικούς λόγους η αναιρεσίβλητη προέβη σε αναδιάρθρωση του τμήματος της επιχείρησής της στο οποίο απασχολείτο ο αναιρεσείων, με μείωση των θέσεων εργασίας, αντίστοιχης ειδικότητας του τελευταίου, σε μία (1), στην οποία διατήρησε, μετά την τήρηση των προβλεπόμενων πιο πάνω κριτηρίων, τον Β.I., της αυτής ειδικότητας και ηλικίας, ο οποίος υπερείχε, λόγω του ότι ήταν έγγαμος και πατέρας ενός τέκνου, έναντι του αναιρεσείοντος ο οποίος ήταν άγαμος, ενώ ο τελευταίος δεν εμπίπτει στην προστασία του Ν. 1264/82. Εξάλλου, όπως και στην μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, η διαπίστωση ή μη της συνδρομής του ως άνω λόγου καταγγελίας καθώς και η καταχρηστικότητα ή μη του σχετικού δικαιώματος, δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1264/82, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής ενστάσεως του εργοδότη επί αγωγής του εργαζομένου για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας. Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς, δεν δέχτηκε, ως "εκ του πράγματος", με τις αντίθετες παραδοχές του, τη δεσμευτικότητα της απόφασης της επιτροπής της τελευταίας πιο πάνω διάταξης, η οποία είχε αποφανθεί αντιθέτως για την απόλυση του αναιρεσείοντος. (...) 2. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/02), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι "ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΚΠολΔ 663), με την οποία εκδικάσθηκε η κρινόμενη υπόθεση, συνάγεται ότι στοιχείο της νομιμότητας της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου είναι κλήτευση του αντιδίκου, αυτού που την επικαλείται, τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διενέργεια της σχετικής πράξης. Την ύπαρξη εμπρόθεσμης κλήτευσης οφείλει να διερευνήσει το δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αυτεπάγγελτα, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια το ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως τεκμήριο, κατά ρητή εξαίρεση από τη γενική αρχή ότι στη διαδικασία αυτή λαμβάνονται υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (Α.Π. 893/12, 52/12, 1259/01). Ως εκ τούτου, ο διάδικος που επικαλείται και προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και προσκομίσει και το αποδεικτικό έγγραφο της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του, η έλλειψη του οποίου δεν αναπληρώνεται από το ότι ο συμβολαιογράφος, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη μαρτυρία, βεβαιώνει ότι επιδείχθηκε έκθεση επιδόσεως της προσκλήσεως προς τον αντίδικο (ΚΠολΔ 438) εκτός αν ο τελευταίος παραστάθηκε κατά τη διενέργειά της. Επομένως ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, αληθώς, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις από τον αναιρεσείοντα μετ' επίκληση προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση της αντιδίκου του, είναι αβάσιμος. Ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ποιος ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις. Κατ' ακολουθία των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.