Επίδομα οπλοφορίας και τακτικές αποδοχές Το επίδομα οπλοφορίας το οποίο προβλέπεται από επιχειρησιακή σ.σ.ε. δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές αφού αναφέρεται ότι θα καταβάλλεται μόνον αν προσφέρθηκε η συγκεκριμένη εργασία. Α.Π. 952/2014 Πρόεδρος: ο κ. Βασ. Λυκούδης Εισηγητής: ο κ. Δμ. Κόμης Δικηγόροι: ο κ. Γεωρ. Θεοδόσης - η κα Δήμητρα Κουφογιάννη Κατά την διάταξη του άρθρου 5 της από 25.5.1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (O.T.E. Α.Ε.) και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ-OTE, "Χορηγείται από 1.9.1994 δραχμικό επίδομα 15.000 δραχμών στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας που οπλοφορεί. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και θα περικόπτεται κατά τον χρόνο απουσίας". Από την κανονιστικής ισχύος, ρητή και σαφή, αυτή διάταξη της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. προκύπτει ανενδοιάστως, ότι το καταβαλλόμενο από 1.9.1994 στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας του Ο.Τ.Ε., που οπλοφορεί, επίδομα για το λόγο αυτό (οπλοφορία), δεν συγκαταλέγεται στις τακτικές αποδοχές του (βάσει των οποίων υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, που δικαιούται το προσωπικό αυτό), ενόψει μάλιστα και του ότι, κατά την ως άνω διάταξη, το εν λόγω επίδομα δεν καταβάλλεται (περικόπτεται) σε περίπτωση απουσίας (δικαιολογημένης ή αδικαιολόγητης) του εργαζομένου. Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (OTE Α.Ε.), στις 28.11.1984, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του προσωπικού μισθολογικής διαβάθμισης, με την ειδικότητα "Ειδικό Προσωπικό Ασφαλείας", έχων την υποχρέωση κατά τις ώρες της εργασίας του να οπλοφορεί, για την οποία δε οπλοφορία του ελάμβανε ειδικό επίδομα "προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί". Ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12.2005, εργάσθηκε στην εναγομένη τακτικά και μόνιμα, προσφέροντας υπηρεσία προσωπικού ασφαλείας και για να ανταποκριθεί στα υπηρεσιακά αυτά καθήκοντά του, υποχρεωτικά, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, κατά τρόπο πάγιο και σταθερό οπλοφορούσε, γι' αυτό και η εναγομένη του κατέβαλε, σταθερά και μόνιμα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 5 της από 25.5.1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ειδικό επίδομα προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί, σύμφωνα με το οποίο (άρθρο 5) "Χορηγείται από 1.9.1994 δραχμικό επίδομα 15.000 δραχμών στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας που οπλοφορεί. Το ποσό αυτό δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και θα περικόπτεται κατά τον χρόνο απουσίας". Το επίδομα, όμως, αυτό - όπως δέχεται ακολούθως το Εφετείο - στην πραγματικότητα το κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως πρόσθετη παροχή σε χρήμα, κάθε μήνα, σταθερώς και μονίμως, πλην όμως ως κυμαινόμενη αμοιβή, αναλόγως του χρόνου εργασίας του ή απουσίας του από την εργασία του, οπότε περικοπτόταν αναλόγως, σύμφωνα με την ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε., και ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης με οπλοφορία εργασίας του. Συνεπώς - συνεχίζει το Εφετείο - το ειδικό αυτό επίδομα (υπολογιζόμενο κατά μέσο όρο), καταβαλλόμενο στην πραγματικότητα κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο μηνιαίως, ως εκ της φύσεως της παρεχόμενης από τον ενάγοντα εργασίας, εμπίπτει στην έννοια των τακτικών αποδοχών, αφού συνιστά πρόσθετη σε χρήμα καταβαλλόμενη παροχή σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης από τον ενάγοντα εργασίας. Και ναι μεν - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - στην άνω Ε.Σ.Σ.Ε. αναφέρεται ότι το ποσό του εν λόγω επιδόματος δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές, πλην όμως η αληθινή έννοια της αναφοράς αυτής είναι, ότι το καταβαλλόμενο "ειδικό επίδομα προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί" δεν συνιστά ορισμένη πάγια εκ των προτέρων μηνιαία αμοιβή, η οποία θα καταβάλλεται ανεξαρτήτως του αν προσφέρθηκε ή όχι η εργασία αυτή, αλλά ότι θα καταβάλλεται ολόκληρη μόνον αν πράγματι προσφέρθηκε η συγκεκριμένη εργασία, και τούτο προκύπτει από την αμέσως επόμενη αναφορά του άρθρου 5 της από 25.5.1994 Ε.Σ.Σ.Ε., κατά την οποία το ποσό του εν λόγω επιδόματος θα περικόπτεται κατά τον χρόνο απουσίας των εργαζομένων από την εργασία τους ως προσωπικό ασφαλείας που οπλοφορεί. Η περικοπή, όμως, αυτή δεν μπορεί να αναιρέσει την υπαγωγή του επιδόματος τούτου στις τακτικές αποδοχές των παραπάνω εργαζομένων, αφού το επίδομα αυτό πληροί όλες τις προϋποθέσεις της έννοιας των τακτικών αποδοχών. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, οι καταβολές που έγιναν στον ενάγοντα για το ειδικό επίδομα προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1.1.2001 έως 31.12.2005), έχουσες τον χαρακτήρα των τακτικών αποδοχών, έπρεπε να περιληφθούν στις λοιπές τακτικές αποδοχές του, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, η εναγομένη, όμως, κατά το διάστημα αυτό, δεν συμπεριελάμβανε στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος και το εν λόγω ειδικό επίδομα προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί, για τον υπολογισμό των καταβαλλομένων σ' αυτόν επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, όπως όφειλε. Ακολούθως δε το Εφετείο επικύρωσε κατά τούτο, με απόρριψη του αντίθετου λόγου της εφέσεως της εναγομένης (αναιρεσείουσας), την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 790/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το Εφετείο, παραβίασε την προαναφερθείσα, κανονιστικής ισχύος, διάταξη του άρθρου 5 της ως άνω από 25.5.1994 Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΟΜΕ-OTE, με την οποία, όπως προελέχθη, ρητώς συνομολογήθηκε, ότι το επίδομα (χρηματικό ποσό), που χορηγείται στο ειδικό προσωπικό ασφαλείας που οπλοφορεί δεν αποτελεί τακτικές αποδοχές και ότι θα περικόπτεται κατά τον χρόνο απουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήττει το αυτό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που το Εφετείο συμπεριέλαβε στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου και το χορηγούμενο σ' αυτόν ειδικό επίδομα προσωπικού ασφαλείας που οπλοφορεί (επίδομα οπλοφορίας), για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, που εδικαιούτο (ο αναιρεσίβλητος) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12.2005. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ. Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθμ. 896/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.