Έδρα εργαζομένου Ως έδρα εργασίας ή έδρα της επαγγελματικής κατοικίας του μισθωτού νοείται ο τόπος στον οποίο αυτός κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της συμβάσεως ή ύστερα από μετάθεσή του σ' αυτόν. Η έδρα εργασίας του μισθωτού δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με την έδρα της επιχείρησης, αλλά ως τόπος παροχής της εργασίας μπορούν να συμφωνηθούν διάφοροι τόποι ή όλη η Επικράτεια, αν αυτό επιβάλλεται από το είδος και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας. Α.Π. 213/2015 Πρόεδρος: ο κ. Νικ. Λεοντής Εισηγητής: ο κ. Μιχ. Αυγουλέας Δικηγόροι: οι κ.κ. Αθαν. Ψάλτης - Σάβ. Ταταρόπουλος Σύμφωνα με την 21091/46 ΑΥ Οικονομικών και Εργασίας "εις το εκτός έδρας αποστελλόμενον προσκαίρως δι' εργασίαν προσωπικόν ..... καταβάλλεται πλην των οδοιπορικών εξόδων και πρόσθετος αποζημίωσις, δι' εκάστην εκτός έδρας διανυκτέρευσιν, ίση προς το εκάστοτε νόμιμο ημερομίσθιο ή προς το 1/25 του εκάστοτε νομίμου μηνιαίου μισθού προκειμένου περί μισθωτών αμειβομένων επί μηνιαίω μισθώ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Ως έδρα εργασίας η έδρα της επαγγελματικής κατοικίας του μισθωτού νοείται ο τόπος στον οποίο αυτός κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της συμβάσεως (αρχικής ή μεταγενέστερης) ή ύστερα από μετάθεσή του σ' αυτόν, β) Η έδρα εργασίας του μισθωτού (επαγγελματική κατοικία) δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με την έδρα της επιχείρησης, αλλά ως τόπος παροχής της εργασίας μπορούν να συμφωνηθούν διάφοροι τόποι, ή όλη η Επικράτεια, αν αυτό επιβάλλεται από το είδος και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας. Οι ρυθμίσεις της παραπάνω υπουργικής απόφασης, ως προς την αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, εφαρμόζονται εφόσον δεν υπάρχουν για την συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών ειδικές ρυθμίσεις, ευνοϊκότερες των παραπάνω δημοσίας τάξεως ρυθμίσεων της υπουργικής απόφασης, οι οποίες, ειδικές ρυθμίσεις έχουν θεσπισθεί είτε με ατομική σύμβαση (361 ΑΚ), είτε με νόμο, ή Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., κ.λπ. Τέτοιες Σ.Σ.Ε. που περιέχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις είναι και εκείνες, που συνήφθησαν μετά το 1991 και αφορούν τους εργατοτεχνίτες και υπαλλήλους μετάλλων όλων των Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων κ.λπ. όλης της χώρας. Συγκεκριμένα, με ειδικό όρο των εν λόγω Σ.Σ.Ε. προβλέπεται ότι σε περίπτωση που η εργασία εκτελείται εκτός της έδρας της επιχείρησης και δεν γίνεται επαναφορά του εργαζομένου αυθημερόν στον τόπο διαμονής του, η επιχείρηση υποχρεούται, με δικά της έξοδα, να εξασφαλίσει σ' αυτόν κατάλληλο οίκημα διαμονής και το ημερομίσθιο καταβάλλεται διπλό (προσαύξηση 100%). Η ρύθμιση αυτή, για τους υπαγόμενους στις Σ.Σ.Ε. είναι ευνοϊκότερη όσον αφορά την οφειλόμενη αποζημίωση σ' εκείνους που εργάζονται εκτός έδρας και δεν επανέρχονται αυθημερόν στον τόπο διαμονής τους. Αντιθέτως, με τις τελευταίες πιο πάνω Σ.Σ.Ε. δεν διαφοροποιείται η έννοια του όρου της "εκτός έδρας εργασίας", από εκείνη που αποδίδεται στην αναφερόμενη στην αρχή ΥΑ, όπως ερμηνευτικά έχει καθιερωθεί από τη θεωρία και νομολογία, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να ισχύουν όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν υπό στοιχεία α' και β'. Περαιτέρω, η προϋπηρεσία του εργαζομένου σε προηγούμενους εργοδότες αποδεικνύεται με πιστοποιητικά των εργοδοτών αυτών, ο οποίοι υποχρεούνται στη χορήγησή τους, εφόσον τους ζητηθούν με αίτηση του εργαζομένου, καθώς και με κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο. Δεν αρκεί όμως η απλή προς το νέο εργοδότη ανακοίνωση ή γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας, αλλά απαιτείται και η κατάθεση των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων, από της ημερομηνίας δε αυτής αρχίζει οπωσδήποτε η υποχρέωση του εργοδότη για την καταβολή των αυξημένων αποδοχών. Ο τρόπος αυτός απόδειξης της προϋπηρεσίας αποσκοπεί να καθιερώσει ασφαλή τρόπο γνώσεως αυτής από τον εργοδότη και δεν αποκλείει την απόδειξη της γνώσεως με άλλο ασφαλή τρόπο. Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος τρόπος αποδείξεως δεν έχει πεδίο εφαρμογής, όταν η γνώση της προϋπηρεσίας ομολογείται από τον εργοδότη ενώπιον του Δικαστηρίου (Α.Π. 1945/06). Τέλος: 1) κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. 2) κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (...) Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως, όσον αφορά τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα (αποζημίωση εκτός έδρας και προϋπηρεσία) τα ακόλουθα: "Η εναγομένη είναι εταιρεία που μεταξύ των άλλων σκοπό έχει την ανάληψη, μελέτη και κατασκευή ηλεκτρομηχανολογικών έργων ιδιωτικών και δημοσίων. Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1.10.1994 προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκόλληση Α' τάξης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως. Κατά την πρόσληψή του συμφωνήθηκε να αμείβεται με τις αποδοχές που προβλέπει η εκάστοτε ισχύουσα Σ.Σ.Ε. εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων μετάλλου όλων των μεταλλουργικών επιχειρήσεων, γνωστοποίησε δε ο ίδιος στην εναγομένη ότι είναι έγγαμος. Τα προαναφερόμενα δεν αρνείται ειδικότερα η εναγομένη, συναγόμενης από αυτό ομολογίας (261 ΚΠολΔ). Ο ενάγων ούτε κατά την πρόσληψή του ούτε αργότερα προσκόμισε στην εναγομένη πιστοποιητικό στο οποίο να βεβαιώνεται η προϋπηρεσία του και τα έτη αυτής, η δε εναγομένη αρνείται ρητώς την εκ μέρους της γνώση των ετών προϋπηρεσίας του, αν και δεν αρνείται ότι γνώριζε πως πριν την ανωτέρω πρόσληψή του ο ενάγων εργαζόταν στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά από όπου και απολύθηκε. Κατά συνέπεια δεν αποδεικνύεται γνώση από την ενάγουσα των ετών προϋπηρεσίας του ενάγοντος και δεν δικαιούται αυτός επίδομα προϋπηρεσίας για το χρονικό διάστημα πριν την πρόσληψή του από την εναγομένη. Ως εκ του σκοπού της, η εναγομένη αναλάμβανε έργα όχι μόνο στο νομό Αττικής, όπου βρίσκεται η έδρα της, αλλά σε όλη την Επικράτεια, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων κατά την πρόσληψή του και αποδέχθηκε. Κατά συνέπεια, ως τόπος παροχής της εργασίας του δεν συμφωνήθηκε μόνο η έδρα της εναγομένης αλλά ο τόπος στον οποίο έπρεπε να εκτελεσθεί το εκάστοτε αναληφθέν από την εναγομένη έργο. Η εναγομένη κάθε χρόνο αναλάμβανε έργα εκτός νομού Αττικής, όπως το έτος 1995 στην Κω, το έτος 2002 στην Καβάλα, το έτος 2003 στη Ρόδο, το έτος 2006 στα Χανιά, το έτος 2009 στο Ρίο Πατρών. Επομένως: ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η απασχόληση του καθ' όλο το έτος 2010 στη Σάμο ήταν πρόσκαιρη και εκτός έδρας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και δεν δικαιούται αυτός αντίστοιχη αποζημίωση. Σημειώνεται ότι η εναγομένη πέραν του συμφωνηθέντος μισθού κατέβαλλε στον ενάγοντα τις δαπάνες διαμονής και σίτισης του ίδιου και της συζύγου του, για όλο το χρονικό διάστημα που αυτός παρείχε την εργασία του στη Σάμο". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος και αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση. Στη συνέχεια δίκασε κατ' ουσία τη διαφορά, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 19.249,10 ευρώ για τις απαιτήσεις του, από: 1) τις διαφορές των δεδουλευμένων αποδοχών του 2) τις αποδοχές και το επίδομα άδειας από την επομένη της λήξης του ημερολογιακού έτους στο οποίο αφορά 3) διαφορά επιδόματος εορτής Πάσχα, και 4) αποζημίωση απόλυσης, χωρίς να υπολογίσει προσαύξηση, λόγω προϋπηρεσίας σε προηγούμενο εργοδότη, ενώ απέρριψε και την αξίωσή του για την εργασία του εκτός έδρας. Με τις κρίσεις του αυτές και τις παραδοχές του το δικαστήριο της ουσίας, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, όσον αφορά τις απαιτήσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για την αποζημίωση εκτός έδρας και την προϋπηρεσία του, που δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη διαφορά, αφού με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ο ενάγων δεν δικαιούται τις εν λόγω προσαυξήσεις. Τούτο διότι, εφόσον: 1) η αναιρεσίσβλητη - εργοδότρια του ενάγοντος, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης, ανελάμβανε, συνεχώς, έργα σε όλη την Επικράτεια, που εκτελούσε με το προσωπικό της που γι' αυτό και είχε προσληφθεί, γεγονός γνωστό στον ενάγοντα, έδρα αυτού ήταν κάθε φορά, ο τόπος εκτελέσεως του αναληφθέντος έργου, αφού τούτο επιβαλλόταν από το είδος και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας του και συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της σχετικής διατάξεως της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα Σ.Σ.Ε., για την προσαύξηση του ημερομισθίου κατά 100% και 2) δεν αποδείχτηκε ότι ο τελευταίος γνωστοποίησε νομίμως την προϋπηρεσία του στον προηγούμενο εργοδότη, και ορθώς δεν επιδικάσθηκε σ' αυτόν προσαύξηση των αποδοχών από την αιτία αυτή. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων δικαίου, όσον αφορά τα κρίσιμα ζητήματα που θίγονται με την κρινόμενη αίτηση. Επομένως οι ενιαίως κρινόμενοι λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σ' αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτόν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί στον ηττηθέντα αναιρεσείοντα (άρθρο 183 ΚΠολΔ).