Δικηγόροι - Ελάχιστο όριο αμοιβής Το ελάχιστο όριο της αμοιβής ενός δικηγόρου επί υποθέσεων με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα προσδιορίζεται ποσοστιαίο, εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισμός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αμοιβή για τη συγκεκριμένη νομική υπηρεσία σύμφωνα με την αριθ. 1117864 / 2297 / Α0012 / 7.12.2007 Κ.Υ.Α. Α.Π. 54/2024 Πρόεδρος: Ο κ. Λουκάς Μόρφης Εισηγητής: Η κ. Μαρία Χασιρτζόγλου Δικηγόροι: Ο κ. Παναγ. Οικονόμου - Η κ. Ελένη Τροβά - Ο κ. Παναγ. Γιαννόπουλος - Ο κ. Στυλ. Σταματόπουλος Κατά το άρθρο 91 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα Δικηγόρων", που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω λόγω του χρόνου γένεσης της επίδικης απαίτησης, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη. Με το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.6 του ν. 3919/2011 και, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 αυτού, άρχισε η ισχύς του από 3.7.2011, ορίζεται ότι: "1. Τα της αμοιβής του δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν. Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης, έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ.1 [...]. Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε "ελάχιστα όρια αμοιβών" ή "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές", νοούνται εφεξής οι "νόμιμες αμοιβές" κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων. Από τις οριζόμενες στην ΚΥΑ υπ' αριθμό 1117864 / 2297 / Α0012 / 7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β') ως υποχρεωτικές "ελάχιστες αμοιβές", εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως "νόμιμες αμοιβές" κατά τη ρύθμιση των προηγούμενων εδαφίων, μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου Ι "Παραστάσεις σε Δικαστήρια"), οι οποίες αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, είναι δυνατή επαναρρύθμιση των νομίμων αμοιβών για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών [...]. Όπου στον παρόντα Κώδικα ή σε οποιονδήποτε άλλο νόμο προβλέπονται νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου, που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως των δύο προηγούμενων εδαφίων, αυτές καθορίζονται σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα αξίας, επί της οποίας αυτά υπολογίζονται". Εξάλλου, με το άρθρο 178 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.14 του ν. 3919/ 2011, ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, τα δικαστήρια κατά την εκδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση κατά την οποία δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής του δικηγόρου και του εντολέως του ή αντιπροσώπου αυτού, εφαρμόζουν τις περί νομίμων αμοιβών διατάξεις του κώδικα τούτου [...]". Συνεπώς το ελάχιστο όριο της αμοιβής ενός δικηγόρου επί υποθέσεων με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα προσδιορίζεται ποσοστιαία, εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισμός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αμοιβή για τη συγκεκριμένη νομική υπηρεσία με την προαναφερόμενη ΚΥΑ 1117864/2297 / Α0012 / 7.12.2007. Αντιθέτως, για την αμοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που δεν έχουν αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα και ειδικότερα, επί υποθέσεων που δεν έχουν αίτημα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά μόνο διαπλαστικό, εφαρμοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα περί κατ' αποκοπή καθορισμού του ύψους της αμοιβής (άρθρα 110 παρ.3, 107 παρ.1 και 100 παρ.4 του Κώδικα Δικηγόρων), όπως ο συντελεστής υπολογισμού των αμοιβών ορίστηκε με διαδοχικές αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και τελευταία ανακαθορίστηκε με την ΥΑ 12398/9.2.1989 σε 140 μονάδες (ΑΠ 733/2018, 1112/2017, 390/2015). Περαιτέρω στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων" που είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: "Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λπ. νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζονται κατά β` βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40". Με το άρθρο 4 παρ.2 του ν.4507/1966 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων ..." στο τέλος του άρθρο 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν: α) Δια τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις. Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν.950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίσθηκε ότι: "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του Ν.Δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ.2 του άρθρο 4 του ν.4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων". Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρ, 4 παρ.2 του ν.4507/1966 και 8 του ν.950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Kώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε κατ` αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Αντίθετο επιχείρημα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείμενο του νόμου 4507/1966 διότι η λέξη "ενώπιον" χρησιμοποιείται προς υποδήλωση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ’ αποκλεισμόν των εργασιών της προδικασίας. Με την ίδια άλλωστε έννοια χρησιμοποιείται η διατύπωση "... ενώπιον των..." και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όπως στα άρθρο 99, 155 παρ.1. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής σε ποσοστό επί του αντικειμένου δίκης που διεξάγεται ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων δεν ενδιαφέρει το οικονομικό αντικείμενο αυτής, αλλά ο χαρακτηρισμός του ενδίκου βοηθήματος σε αναγνωριστικό ή καταψηφιστικό, αν δε αυτό περιορίζεται στη διάπλαση της έννομης σχέσης, όπως συμβαίνει όταν ζητείται η ακύρωση διοικητικής πράξης, η δικηγορική αμοιβή καθορίζεται κατ' αποκοπή (ΑΠ 1112/2017, 390/2015, πρβλ ΟλΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι με την από 8.9.2016 αγωγή ιστορείτο ότι την 11.5.2004, μεταξύ αφενός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Ε. Τ. και του μη διαδίκου στη δίκη αυτή Π. Σ., δικηγόρων, στη θέση των οποίων, κατά ρητή συμβατική πρόβλεψη, υποκαταστάθηκε αργότερα η αναιρεσείουσα δικηγορική εταιρεία "Τ. - Ο. - Κ. και συνεργάτες, Ε. δικηγόρων" και αφετέρου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Χ. Α. Ε. Μ. και Β. Χ." συνήφθη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών και συμβουλών, με κύριο αντικείμενο την έγκριση της επένδυσης και αδειοδότησης των Μ. Κ. και μέχρι την έναρξη της εκμετάλλευσης αυτών, αρχικώς διετούς διάρκειας, η οποία στη συνέχεια, κατόπιν εγγράφου προτάσεως των Τ.-Σ. προς την αναιρεσίβλητη, η οποία έγινε αποδεκτή από την τελευταία, κατέστη αορίστου χρόνου και διήρκεσε πέραν της δωδεκαετίας. Ότι στο συμφωνητικό προβλέφθηκε η παροχή νομικών υπηρεσιών και για ζητήματα άσχετα με την αδειοδότηση των μεταλλείων, για τις οποίες συμφωνήθηκε να αμείβονται οι δικηγόροι και στη συνέχεια η εταιρεία, με τη μέθοδο της χρονοχρέωσης. Ότι μεταξύ των εντολών που έλαβε η αναιρεσείουσα, η οποία συστήθηκε στο μεταξύ και υποκατέστησε τους αρχικώς συμβληθέντες δικηγόρους κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα, ήταν και η άσκηση ανακοπής ΚΕΔΕ κατά ταμειακής βεβαίωσης και ατομικής ειδοποίησης χρεών της ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων και κάθε συναφούς διοικητικής πράξης, με την οποία η αναιρεσίβλητη καλείτο να καταβάλει στο Δημόσιο το ποσό των 22.470.203,33 ευρώ, η οποία συντάχθηκε και κατατέθηκε στο αρμόδιο δικαστήριο σε εκτέλεση της εντολής. Ότι την 5.1.2016 η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε αδικαιολογήτως την εντολή και ως εκ τούτου οφείλει την αμοιβή της αναιρεσείουσας από 53.320,20 ευρώ (58.720,20 ευρώ η αμοιβή που αναλογεί στη σύνταξη και κατάθεση της ανακοπής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 77 ν. 4205/2013, δηλαδή του νέου Κώδικα περί δικηγόρων, ο οποίος είχε τεθεί σε ισχύ κατά το χρόνο της ανάκλησης της εντολής, - 5.400 ευρώ που αναλογούν στην αμοιβή με τη μέθοδο της χρονοχρέωσης και είχαν ήδη καταβληθεί από την αναιρεσίβλητη). Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού ζητούσαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τούς καταβάλει το ως άνω ποσό με τους νόμιμους τόκους από την 15.3.2016, άλλως από την 22.7.2016, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς μεν τον Π. Σ. ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως ως προς δε την αναιρεσείουσα ως μη νόμιμη, η δε απόφασή του επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη 4040/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγόντων. Στην κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία της η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε ότι για τον υπολογισμό της αμοιβής για τη σύνταξη της .../2.8.2012 ανακοπής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ... κατά της .../18.7.2012 Ατομικής Ειδοποίησης Χρεών της ΔΟΥ Μεγάλων Επιχειρήσεων και της .../5.7.2012 Πράξης Ταμειακής Βεβαίωσης της ίδια ΔΟΥ, με την οποία η αναιρεσίβλητη καλούνταν να καταβάλει το ποσό 22.470.203,33 ευρώ, εφαρμοστέες, λόγω του χρόνου σύνταξης της προσφυγής, είναι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικος περί Δικηγόρων και ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 3, 107 παρ. 1 και 100 παρ. 4 του ν. 3026/1954 και όχι του άρθρου 63 του ν. 4194/2013, οι οποίες ορίζουν τη δικηγορική αμοιβή κατ' αποκοπή, επειδή η ασκηθείσα ανακοπή δεν έχει αίτημα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά ακυρωτικό των ως άνω διοικητικών πράξεων. Με την κρίση της αυτή η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά ορθά τις ερμήνευσε και υπήγαγε τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά σε αυτές και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμος. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των κατ’ Ιδίαν λόγων της αναίρεσης θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Έτσι αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 755/2018), δηλαδή αιτιολογίες οι οποίες ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στις παραδοχές της, χωρίς να είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντες κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμούς των διαδίκων. Στην περίπτωση των πλεοναστικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αιτιολογιών που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς αλλά εκφέρθηκαν εκ περισσού, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 4/2022, 551/2017). Εν προκειμένω η αναιρεσιβαλλομένη, αφού κατέληξε στο πόρισμα ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διέλαβε περαιτέρω τη σκέψη ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτή η άποψη της αναιρεσείουσας ότι, εξ αιτίας του χρόνου ανάκλησης της εντολής την 15.3.2016, εφαρμοστέος είναι ο νέος κώδικας περί δικηγόρων και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 63 αυτού, η αγωγή είναι και πάλι μη νόμιμη, καθώς η παράγραφος 1 του άρθρου ορίζει ότι η αμοιβή καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, ενώ κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, με βάση το συμφωνητικό το οποίο ήταν διετούς διάρκειας και στη συνέχεια κατέστη αορίστου διαρκείας, είχε συμφωνηθεί αμοιβή για την επίδικη ενέργεια με τη μέθοδο της χρονοχρέωσης. Η σκέψη αυτή συνιστά πλεοναστική αιτιολογία, η οποία δεν επιστηρίζει το διατακτικό της απόφασης, δεδομένου ότι η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης ήταν αποτέλεσμα της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που διελάμβανε, στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων άρθρα 110 παρ.3, 107 παρ.1 100 παρ.4 του και 152 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, ο οποίος και ήταν εφαρμοστέος, αποκλείοντας έτσι την εφαρμογή του άρθρου 63 του νέου Κώδικα, τα δε λοιπά επιχειρήματα της αναιρεσιβαλλομένης, περί του ότι η αγωγή δεν μπορούσε να έχει έρεισμα ούτε στην τελευταία αυτή διάταξη, διατυπώθηκαν εκ περισσού. Συνακόλουθα ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον πλήττεται η ως άνω περικοπή της αναιρεσιβαλλομένης, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Για τους λόγους αυτούς απορριπτει την αίτηση για αναίρεση της 4040/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.