Η πειθαρχική διαδικασία των εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας των επιχειρήσεων Όπως προβλέπεται από τον ν. 3789/57, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 2224/94 και 2874/2000, κανονισμός εργασίας είναι το σύνολο των διατάξεων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, την εξέλιξη του υπηρετούντος προσωπικού και γενικά την οργάνωση λειτουργίας των επιχειρήσεων (πειθαρχία, τάξη, συμπεριφορά, συνεργασία μισθωτών κ.λπ.). Υποχρέωση κατάρτισης και κανονισμού εργασίας έχουν οι επιχειρήσεις-εκμεταλλεύσεις ή εργασίες που απασχολούν μισθωτούς με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου πάνω από 70 άτομα, όπως αρχικά προέβλεπε ο νόμος. Ο Υπουργός Εργασίας μπορεί με απόφασή του να επεκτείνει την υποχρέωση κατάρτισης κανονισμού εργασίας και σε επιχειρήσεις που απασχολούν μισθωτούς κάτω των 70 και μέχρι 40 άτομα. Ήδη με την Υ.Α. 80005/2001 εκχωρήθηκε η αρμοδιότητα αυτή στους Περιφερειακούς Δ/ντές των Επιθεωρήσεων Εργασίας. Η κύρωση (έγκριση) του καταρτισθέντος κανονισμού γίνεται από το ΣΕΠΕ, μέσω των επιτροπών του άρθρου 8 του Π.Δ. 369/89 της έδρας της επιχείρησης. Στους κανονισμούς εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 3789/57 προβλέπεται, σε περίπτωση πειθαρχικών παραπτωμάτων, η επιβολή των πιο κάτω ποινών: - Προφορική ή έγγραφη παρατήρηση - Επίπληξη - Πρόστιμο μέχρι 25% μηνιαίων αποδοχών - Αποχή μέχρι 10 ημέρες. Επιχειρήσεις που έχουν πειθαρχικά συμβούλια ή δευτεροβάθμιο συμβούλιο η αργία μπορεί να είναι ανώτερη από 10 ημέρες. Η νομοθετική απαρίθμηση των ποινών είναι αποκλειστική και όχι ενδεικτική. Όταν υπάρχει πρόβλεψη για τη επιβολή της απόλυσης, όπως δέχεται και η νομολογία των δικαστηρίων (Α.Π. 116/92, Εφετ. Αθην. 7412/98 - Εφετ. Αθην. 6785/2013 κ.λπ.) η τήρηση της διαδικασίας είναι υποχρεωτική και δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση με βάση τις κοινές διατάξεις. Η αξιόποινη πράξη των μισθωτών, η οποία ελέγχεται πειθαρχικά, πρέπει να καθορίζεται, έστω και κατά τρόπο γενικό, από τον κανονισμό. Η αξιόποινη πράξη η οποία εκδηλώνεται είτε δια πράξεως είτε δια παραλείψεως κρίνεται από τον εργοδότη εάν επιφέρει ή όχι την άσκηση της πειθαρχικής διαδικασίας του εσωτερικού κανονισμού. Σε καταφατική περίπτωση πρέπει να ακολουθείται η διαδικασία γιατί σχετίζεται προς την υπηρεσιακή και επαγγελματική δραστηριότητα του εργαζομένου εντός της επιχείρησης και κατά την κρίση του η αποκατάσταση της έννομης τάξης απαιτεί τον πειθαρχικό κολασμό του εργαζομένου. Όπως αναφέρει και ο συνεργάτης του περιοδικού κ. Απ. Μετζητάκος στο βιβλίο του "Εργατικό δίκαιο" στη σελίδα 461 "ο εργαζόμενος διαπράττοντας πειθαρχική παράβαση πλήττεται από την πειθαρχική ποινή, όχι ως οφειλέτης παροχής από την ατομική του σύμβαση εργασίας, αλλά ως μέλος της οργανωμένης εργασιακής κοινωνίας, οφείλοντας συμμόρφωση προς τους γενικούς και ειδικούς κανόνες, οι οποίοι διέπουν την λειτουργία αυτής. Αντίστοιχα ο εργοδότης επιβάλλοντας την πειθαρχική ποινή, δεν ασκεί κάποιο δικαίωμα ως δανειστής από την ατομική σύμβαση εργασίας, η οποία συνδέει αυτόν προς τον πειθαρχικό παραβάτη, αλλ' επιτελεί ειδική οργανική λειτουργία από την αντίστοιχη θέση του εντός του οργανισμού της εκμεταλλεύσεως. Είναι συνεπώς οι πειθαρχικές ποινές τάξεως, κατά κυριολεξία ποινές του ιδιωτικού δικαίου, κυρώσεις, οι οποίες πλήττουν τον δράστη ορισμένων αποδοκιμαζομένων πράξεων εντός της συγκεκριμένης κοινωνίας της εκμεταλλεύσεως, η οποία έχει τη δική της κοινωνική ηθική και την αντίστοιχη έννομη τάξη, τμήμα της οποίας, απαραίτητο και αναπόσπαστο, αποτελεί ο πειθαρχικός κολασμός." Οι πειθαρχικές ποινές στοχεύουν στην επαναφορά στην τάξη του παραβάτη εργαζομένου και στη συμμόρφωση των υπολοίπων. Οι προϋποθέσεις επιβολής της ποινής είναι: - Ύπαρξη εσωτερικού κανονισμού - Πρόβλεψη από τον κανονισμό των πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών - Απολογία του μισθωτού - Ποινή ανάλογη παραπτώματος Ο θιγόμενος εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση εντός 5θημέρου από της κοινοποιήσεως της περί επιβολής ποινής απόφασης, στην επιτροπή του Π.Δ. 369/89 που λειτουργεί σε κάθε περιφερειακή Διεύθυνση του ΣΕΠΕ. Η άσκηση της έφεσης έχει ανασταλτικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί πριν από την έκδοση της απόφασης. Η επιτροπή οφείλει μέσα σε δύο (2) μήνες από της υποβολής της εφέσεως να εκδώσει την απόφασή της. Η επιτροπή είναι τριμελής και απαρτίζεται από: α) ένα Επιθεωρητή Εργασίας ως Πρόεδρο β) ένα εκπρόσωπο των εργοδοτών και γ) ένα εκπρόσωπο των εργαζομένων. Για περισσότερα βλέπε: Μελέτη Αθ. Σαμαρά (ΕΑΕΔ 2016 σελ. 706).