Βλαπτική μεταβολή - Επίσχεση εργασίας και οικειοθελής αποχώρηση Και στην περίπτωση βλαπτικής μεταβολής ο μισθωτός μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας. Πότε η αποχή του μισθωτού από την εργασία μπορεί αν θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βουλήσεως να λύσει την σύμβαση εργασίας. Α.Π. 510/2024 Πρόεδρος: Ο κ. Ν. Πιπιλίγκας Εισηγητής: Η κ. Μαρία Γιαννακοπούλου Δικηγόρος: Ο κ. Σταύρος Δημητριάδης (...) Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 789/2020, ΑΠ145 /2019). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920, ορίζεται ότι "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Με το άρθρο 56 του Ν. 4487/2017 (ΦΕΚ Α' 116/9.8.2017) προστέθηκε εδ. γ' στην πιο πάνω διάταξη, το οποίο ορίζει ότι: "Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης", ενώ το εν λόγω εδάφιο τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του Ν.4635/2019 (ΦΕΚ Α' 167/30.10.2019) ως εξής: "Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η πέραν των δύο (2) μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης". Από τη παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό εκείνες των άρθρων 281, 288, 648, 652, 656, 349 έως 351 και 361 του ΑΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, τέτοια δε θεωρείται, σύμφωνα με τα παραπάνω και η πέραν των δύο μηνών καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, ή η αυθαίρετη μεταβολή του τόπου της παρεχόμενης εργασίας με κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, η μονομερής αυτή βλαπτική μεταβολή δεν επάγεται τη λύση της εργασιακής σύμβασης, αλλά παρέχονται διαζευκτικά στο μισθωτό τα δικαιώματα: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται σιωπηρά νέα σύμβαση εργασίας, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη ή β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920 ή, τέλος, γ) να εμμείνει, εξωδίκως ή και δικαστικώς, στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 133/2021, ΑΠ 657/2018, ΑΠ 282/2018, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015). Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαίτησής του, δηλ. ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλομένης απ' αυτόν αντιπαροχής μπορεί δε να ασκηθεί και στην περίπτωση μονομερούς εκ μέρους του εργοδότη και βλαπτικής για τον εργαζόμενο μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας, κατά το άρθρο 7 του Ν.2112/1920 αντιδρώντας έτσι στην μεταβολή αυτή (ΑΠ 343/2021, ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 114/2017). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθ.5 παρ. 3 Ν.2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθ. 3 Ν.4558/1930, και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το Ν.3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το Δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και την διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει την σύμβαση εργασίας του, δηλ. ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι' αυτόν επιπτώσεις. Μόνη η αυθαίρετη απουσία από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός την σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου ως καταγγελία από τον εργαζόμενο, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζόμενου για την λύση της σύμβασης εργασίας (ΟλΑΠ 32/1988, ΑΠ 1342/2014, 1344/2014, 447/2015). Συνακόλουθα είναι ζήτημα εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, εάν η διακοπή της προσέλευσης του μισθωτού στην εργασία του και παροχής των υπηρεσιών του, η οποία έλαβε χώρα κατόπιν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του από τον εργοδότη, συνιστά επίσχεση εργασίας αυτού, η οποία σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει σχετική δήλωση (έστω και προφορική) του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, που θα πρέπει να είναι σαφής ως προς τη βούληση άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης ή υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις συνιστά εκδήλωση της βούλησης του μισθωτού για οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία του.(...) Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο σκέλος του, την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, που νόμιμα και παραδεκτά προτάθηκαν τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη Α:1) ότι η μη προσέλευση στην εργασία του από τις 28.4.2020 ήταν νόμιμη, καθώς έλαβε χώρα λόγω της επίσχεσης της εργασίας του εξ αιτίας της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του σύμβασης από την καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών των δεδουλευμένων αποδοχών του, ύψους άνω των εννέα χιλιάδων (9.000) ευρώ, η οποία βλαπτική μεταβολή επήλθε αυτοδίκαια, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 εδ. γ' του Ν. 2112/1920, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του Ν.4635/2019 και 2) ότι η από 19.5.2020 μονομερής δήλωση της εναγόμενης στο πληροφοριακό σύστημα "ΕΡΓΑΝΗ" περί δήθεν οικειοθελούς αποχώρησής του αποτελεί άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Β) Επίσης, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, επικουρικά, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες με τις αιτιάσεις, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφενός έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 7 εδ.γ' Ν.2112/1920, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το αρ. 58 Ν. 4635/2019, και αφετέρου ότι η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση αλλά ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί ενώ δέχεται ότι η εναγόμενη του όφειλε αποδοχές άνω των δύο μηνών, δεν αιτιολογεί γιατί δεν επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, σύμφωνα με το αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο. Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], που ασκεί εμπορική επιχείρηση, παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του ν. 2518/1997, κατήρτισε με τον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα] εγγράφως την από 30.11.2018, με ημερομηνία έναρξης στις 3.12.2018, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι μικτού μηνιαίου μισθού, ύψους 586,08 ευρώ, να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος-φύλακας (security) σε υποδεικνυόμενες από την εναγόμενη επιχειρήσεις, εντός του νομού Θεσσαλονίκης, κατά το ωράριο λειτουργίας αυτών. Η σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε ήταν έγκυρη, αφού αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, διέθετε την απαιτούμενη λόγω της ιδιότητας, με την οποία προσλήφθηκε στην εναγόμενη, άδεια προσωπικού ασφαλείας, σύμφωνα με το Ν. 2518/1997 [...]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την αρχή της εργασιακής σχέσης, παρείχε την εργασία του ως φύλακας, καθ' υπόδειξη της εναγόμενης, σε διάφορες επιχειρήσεις που διατηρούν υποκαταστήματα στο Νομό Θεσσαλονίκης, αλλά και στο Κιλκίς και όχι μόνο ανατολικά της Θεσσαλονίκης, όπως υποστηρίζει με την αγωγή. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι εργάσθηκε στη φύλαξη των καταστημάτων "H&M", "M.D.", "P.AND B." και "Z", στην Τσιμισκή, στο κέντρο της πόλης, "H&M" και "Ρ". AND B" στο "M.C.", ανατολικά της πόλης, "M" Eυόσμου, "Μ." Αμπελοκήπων, δυτικά της πόλης, "L." στο Βότση, ανατολικά της πόλης, και στο Κιλκίς. Από 6.5.2019, ο ενάγων παρείχε την εργασία του ως φύλακας, σε βάρδια, πάντα κατά το χρονικό πλαίσιο λειτουργίας του καταστήματος, στο "L." Πανοράματος. Εκεί εργάσθηκε μέχρι τα τέλη Απριλίου του έτους 2020, οπότε και η εναγόμενη τον τοποθέτησε ως φύλακα στις αποθήκες του "ΑΒ Β.", με έναρξη την 29.4.2020. Αφορμή για τη μετάθεση αυτή αποτέλεσε το γεγονός ότι τον Μάρτιο του έτους 2020, και ενώ μαινόταν η πανδημία Covid 19, αρνήθηκε να διανέμει, ο ίδιος, ύστερα από εντολή του υπευθύνου του καταστήματος "L.", στους πελάτες του σούπερ μάρκετ, ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια πριν την είσοδό τους στο κατάστημα,[...]. Ο ενάγων, αιτιολόγησε την άρνησή του αυτή, στην επίταση του κινδύνου να προσβληθεί και ο ίδιος από τη νόσο, καθόσον με τον τρόπο αυτό θα ερχόταν καθημερινά σε άμεση επαφή με εκατοντάδες ανθρώπους, και ακολούθως να μεταδώσει με τη σειρά του, τη νόσο στη μητέρα του, με την οποία διέμενε. Ως επακόλουθο της διαμορφωθείσας συγκρουσιακής κατάστασης, μεταξύ του ενάγοντος και των υπευθύνων του σούπερ μάρκετ "L." Πανοράματος, επήλθε η στοχοποίηση του ενάγοντος και η εκφορά παραπόνων από τους υπευθύνους του σούπερ μάρκετ, προς την εναγόμενη, που άρχισαν να εντείνονται το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου 2020 και αφορούσαν στη μη συμμόρφωση του ενάγοντος με την οδηγία της επιχείρησης "L.", να φορούν όλοι οι εργαζόμενοι στο χώρο ευθύνης του καταστήματος "L." μάσκα και γάντια. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και προς αποφυγή διαιώνισης της ως άνω κατάστασης, η εναγόμενη αποφάσισε να τοποθετήσει τον ενάγοντα στην προαναφερόμενη θέση, στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, ενέργεια που κρίνεται αντικειμενικά δικαιολογημένη. Ουδόλως άλλωστε αποδεικνύεται από τον ενάγοντα ότι η μετάθεση αυτή έλαβε χώρα για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, γιατί αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες των υπευθύνων του "L.", καθόσον πρόκειται ουσιαστικά για προστριβή του ενάγοντος με τρίτη επιχείρηση και όχι άμεσα με την εναγόμενη, ώστε μόνη αυτή η διαμάχη σε συνδυασμό με τη χρονική εγγύτητα της μετάθεσης να δικαιολογεί την ύπαρξη στοιχείων εκδικητικής συμπεριφοράς από την εναγόμενη. Ούτε έμμεσα όμως, μπορεί να συναχθεί εκδικητική συμπεριφορά της εναγόμενης, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τον ενάγοντα ότι υπήρχαν, κατά το χρόνο της μετάθεσης αυτού, δυτικά της πόλης, της Θεσσαλονίκης, άλλες κενές θέσεις φυλάκων σε συνεργαζόμενα με την εναγόμενη καταστήματα στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος εξάλλου, ο ενάγων, κατά το παρελθόν, όπως προαναφέρθηκε, είχε εργασθεί και στα δυτικά της πόλης, ενώ και στην ίδια τη σύμβαση εργασίας του, ως τόπος παροχής οριζόταν ο Νομός Θεσσαλονίκης και όχι η ανατολική Θεσσαλονίκη, όπως εσφαλμένα εκθέτει στην αγωγή του. Στην συνέχεια, μετά την τοποθέτηση του ενάγοντος, στις 29.4.2020 στις αποθήκες της επιχείρησης "ΑΒ Β." στην Σίνδο, ο τελευταίος ουδέποτε εμφανίσθηκε για να παρέχει την εργασία του ως φύλακας, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εναγομένης. Έτσι, την 13.5.2020, μετά την ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων [...] η εναγομένη ανήγγειλε και καταχωρήθηκε στον ΟΑΕΔ την 20.5.2020, η οικειοθελής αποχώρηση του ενάγοντος. Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι η μη παρουσία του στη θέση εργασίας του στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, δεν έγινε επειδή εξωτερίκευσε την βούλησή του να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, όπως υποστηρίζει η εναγομένη, αλλά έγινε στα πλαίσια της από 27.4.2020 προφορικής απευθυντέας στην τελευταία, δήλωσης βούλησής του, επίσχεσης εργασίας, η οποία έγινε επειδή, η ενάγουσα παράνομα και καταχρηστικά τον μετέθεσε και επιπλέον επειδή του όφειλε πλέον των 9.000 ευρώ από την παροχή της εργασίας του. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, περί προφορικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, δεν κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πράγματι δήλωσε, προφορικά, στην εναγόμενη, στις 27.4.2020 ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και για το λόγο αυτό δεν έχει σκοπό να εμφανισθεί στη νέα θέση του από 29.4.2020. Για το λόγο αυτό άλλωστε, στην από 30.4.2020 αίτησή του προς την Επιθεώρηση Εργασίας για διενέργεια εργατικής διαφοράς, στην οποία θ' ανέμενε κανείς εύλογα, να παραθέσει όλο το ιστορικό που τον οδήγησε στην από 27.4.2020 επίσχεση εργασίας, ουδεμία αναφορά κάνει σε άσκηση δικαιώματος επίσχεσης εργασίας. Αντίθετα μάλιστα, ο ενάγων στην ως άνω αίτησή του, κάνει λόγο, μεταξύ άλλων, για μη ενημέρωσή του για την απόλυσή του και τη μη λήψη σχετικής αποζημίωσης απόλυσης, υπολαμβάνοντας, δηλαδή, ότι η μετάθεσή του από την εναγόμενη ισοδυναμεί με καταγγελία, από μέρους της, της εργασιακής τους σχέσης. Πρώτη φορά, αποδεικνύεται ότι αναφέρει, ο ενάγων, το γεγονός ότι βρίσκεται σε επίσχεση εργασίας στην από 11.5.2020 εξώδικη απάντησή του προς την εναγόμενη, που της κοινοποιήθηκε στις 13.5.2020, η οποία ήδη του είχε αποστείλει, στις 11.5.2020 και ενώ παρήλθαν 12 ημερολογιακές ημέρες από τη μετάθεσή του, την από 8.5.2020 εξώδικη πρόσκληση, δυνάμει της οποίας αφού του επεσήμανε την αδικαιολόγητη μη εμφάνισή του στη νέα θέση εργασίας του στη Σίνδο, τον κάλεσε να εμφανιστεί εκεί από την Τετάρτη 13.5.2020, άλλως θα θεωρήσει την απουσία του ως οικειοθελή αποχώρηση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων ήδη, ευθύς μόλις του γνωστοποιήθηκε, τηλεφωνικά, από το μάρτυρα της εναγόμενης [...] η μετάθεσή του, είχε πάρει την απόφαση να μην εργασθεί στη νέα θέση εργασίας του στη Σίνδο και έκτοτε επιδόθηκε σε μία προσπάθεια διαχείρισης της απόφασής του αυτής, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απωλέσει το δικαίωμα της αποζημίωσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η στάση του ενάγοντος, μετά τη γνωστοποίηση της μετάθεσής του στην περιοχή της Σίνδου, αξιολογούμενη μέχρι τις 20.5.2020, οπότε η εναγόμενη ανακοίνωσε επίσημα στον αρμόδιο φορέα την οικειοθελή του αποχώρηση, όπως αυτή εκδηλώθηκε με την αδικαιολόγητη μη εμφάνισή του για εργασία όλο το χρονικό διάστημα από 29.4.2020 μέχρι 20.5.2020, παρά τις επίμονες προς τούτο οχλήσεις της εναγόμενης (με ηλεκτρονικά μηνύματα και εξώδικες προσκλήσεις) και την προσχηματική επίκληση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, ενώ ο ίδιος προσέβλεπε στην αποζημίωση απόλυσης, όπως τούτο δηλώθηκε από μέρους του στην αίτηση προς την Επιθεώρηση Εργασίας για διενέργεια εργατικής διαφοράς, καταδεικνύει, αντικειμενικά, τη βούληση αυτού να παραιτηθεί από τη θέση εργασίας του στην εναγόμενη, γενομένου δεκτού του παραδεκτά προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης. Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε η άσκηση δικαιώματος επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του ενάγοντα, ούτε η από 13.5.2020 αναγγελία της εναγομένης στον ΟΑΕΔ, περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντα, συνιστά σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής σχέσης από την πλευρά της εναγόμενης και ως εκ τούτου δε δικαιούται ο ενάγων μισθούς υπερημερίας, ούτε αποζημίωση απόλυσης, απορριπτομένου, ως ουσιαστικά αβάσιμου και του επικουρικού αιτήματος αυτού". (...) Με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Ν. 4488/2017 (ΦΕΚ Α' 137), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την αντικατάστασή του ως άνω άρθρου με το άρθρο 23 του Ν. 5053/2022 (ΦΕΚ Α' 158) ορίζεται ότι "αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη". Με την εν λόγω διάταξη εισάγεται ένα μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργαζόμενου ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, εφόσον ο εργοδότης δεν τήρησε τις προϋποθέσεις νόμιμης αναγγελίας που προβλέπει η πρώτη παράγραφος του άρθρου 38 Ν. 4488/2017, να τεκμαίρεται μαχητά ότι δεν υπήρξε οικειοθελής αποχώρηση του εργαζόμενου αλλά, αντιθέτως, εργοδοτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Περαιτέρω, η, κατά τα ανωτέρω, τεκμαιρόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θα είναι κατά κανόνα άκυρη καθώς, εκ των πραγμάτων, δεν αναμένεται να έχουν τηρηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις για το κύρος της, με την κοινοποίηση στον εργαζόμενο έγγραφης καταγγελίας και την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, και όχι επειδή αυτή (αναγγελία) υπήρξε εκπρόθεσμη. (...) Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων αποχώρησε οικειοθελώς από τις εργασία του ανέφερε επί λέξει τα εξής: "... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η στάση του ενάγοντος, μετά τη γνωστοποίηση της μετάθεσής του στην περιοχή της Σίνδου, αξιολογούμενη μέχρι τις 20.5.2020, οπότε η εναγόμενη ανακοίνωσε επίσημα στον αρμόδιο φορέα την οικειοθελή του αποχώρηση, όπως αυτή εκδηλώθηκε με την αδικαιολόγητη μη εμφάνισή του για εργασία όλο το χρονικό διάστημα από 29.4.2020 μέχρι 20.5.2020, παρά τις επίμονες προς τούτο οχλήσεις της εναγόμενης(με ηλεκτρονικά μηνύματα και εξώδικες προσκλήσεις) και την προσχηματική επίκληση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας, ενώ ο ίδιος προσέβλεπε στην αποζημίωση απόλυσης, όπως τούτο δηλώθηκε από μέρους του στην Επιθεώρηση Εργασίας για διενέργεια εργατικής διαφοράς, καταδεικνύει, αντικειμενικά, τη βούληση αυτού να παραιτηθεί από τη θέση εργασίας του στην εναγόμενη, γενομένου δεκτού του παραδεκτά προβληθέντος σχετικού ισχυρισμού της εναγόμενης". Επομένως, έλαβε υπόψη του περιστατικά από τα οποία προέκυπτε αναμφίβολα η βούληση του ενάγοντος για αποχώρηση από την εργασία του, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς επίσης και κατά τα επικουρικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλη αυτού, με τα οποία ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν.4488/2017, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μόνο το εκπρόθεσμο της εκ μέρους του εργοδότη αναγγελίας στην "ΕΡΓΑΝΗ" της οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζόμενου, δεν επηρεάζει το κύρος της καταγγελίας, το δε δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε στο σημείο αυτό ως βάσιμους τους περί οικειοθελούς αποχώρησης ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, προς ανατροπή του από την παρ. 2 του άρθρου 38 Ν. 4488/2017 μαχητού τεκμηρίου (άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός της, των πραγματικών δηλαδή περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθεται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 89/2021, ΑΠ 924/2019, ΑΠ 585/2019, ΑΠ 1442/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 655 του Α.Κ., στη σύμβαση εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διάταξης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του Α.Κ. και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. 'Αρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του, επιτρεπόμενης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας, των προσαυξήσεων για νόμιμη παροχή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του Α.Κ. κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του Α.Κ. και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α' του Α.Κ. Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας, ή κατά τη νύκτα, δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες (ΟλΑΠ 39, 40/2002). Εάν όμως οι αξιώσεις του μισθωτού απορρέουν από μη νόμιμη παροχή εργασίας, όπως παράνομη υπερωριακή απασχόληση, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές, απασχόληση κατά τη διάρκεια της ημέρας που ο μισθωτός είχε δικαίωμα αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπώ), ως προς τις οποίες δεν καθορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα πληρωμής, αφού αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία, τόκοι υπερημερίας οφείλονται μόνο από την επίδοση της αγωγής ή τυχόν προηγουμένη όχληση, κατά τα άρθρα 346 και 340 του ΑΚ αντίστοιχα (ΑΠ 924/2019, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 233/2004). Εξ άλλου ο μισθωτός στην αγωγή του, με την οποία διώκει την καταβολή σε αυτόν των διαφορών μεταξύ των αποδοχών που δικαιούται για διάφορες αιτίες (συμβατικός ή νόμιμος μισθός - στον οποίο περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός και τα διάφορα επιδόματα -, νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασιακή απασχόληση, προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τη διάρκεια Σαββάτων ή Κυριακών, προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τη νύκτα κλπ) και των αποδοχών που έλαβε κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, αρκεί να διαλάβει στην αγωγή του το συνολικό ποσό που έλαβε από τον εργοδότη του, χωρίς ν' απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής ν' αναφέρει σε ποίες από τις επί μέρους αιτούμενες αξιώσεις καταλογίζεται το συνολικώς καταβληθέν ποσό, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από την παροχή της εργασίας του για διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν, ενόψει του ότι η ως άνω αναφορά περί του ύψους του καταβληθέντος ποσού ενέχει καθ' υποφορά άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών. Επομένως η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε αιτούμενο κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθ. 416 και 422 εδ.α του ΑΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος (ΑΠ 274/2023, ΑΠ 1004/2017). Εάν όμως στην αγωγή περιλαμβάνονται αξιώσεις με διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας, όπως αξιώσεις που αφορούν νόμιμο αντάλλαγμα για την παροχή νόμιμης εργασίας (όπως αξιώσεις για την καταβολή του συμφωνηθέντος ή νομίμου μισθού, αξιώσεις από την παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης, αξιώσεις από την παροχή νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, προσαυξήσεις για νόμιμη παροχή εργασίας τις Κυριακές ή τη νύκτα) ως προς τις οποίες καθορίζεται από το νόμο (άρθ. 655 και 341 του ΑΚ) δήλη ημέρα πληρωμής και αξιώσεις από τη μη νόμιμη παροχή εργασίας (όπως αξιώσεις από την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης τόσο κατά τη διάρκεια καθημερινών, όσο και κατά τη διάρκεια Κυριακών, αξιώσεις από την παροχή εργασίας κατά την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης)ως προς τις οποίες δεν καθορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα πληρωμής με συνέπεια να οφείλονται γι' αυτές τόκοι από την επίδοση (ή την τυχόν προηγούμενη όχληση), το αίτημα για την καταβολή τόκων επί των ως άνω διαφορών "από την ημερομηνία που οι ως άνω διαφορές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές" πάσχει αοριστίας, αφού μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού από το άθροισμα των επί μέρους διαφορετικών αξιώσεων του μισθωτού που έχουν διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας, δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, χωρίς βεβαίως τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχομένη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής κατ' άρθ. 346 του ΑΚ ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών κατ' άρθ. 340 του ΑΚ (ΑΠ 1004/2017). (...)