Σκόπιμη πρόκληση απολύσεως από εργαζόμενο και αποζημίωση Όταν ο εργαζόμενος δεν εκπληρώνει ή εκπληρώνει πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις κακοβούλως, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε η ενάσκηση της αξιώσεως για την καταβολή της αποζημιώσεως της απολύσεως υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ. Α.Π. 525/2016 Πρόεδρος: η κ. Ασπασία Καρέλλου Εισηγητής: ο κ. Γεωρ. Παπαηλιάδης Δικηγόροι: οι κ.κ. Αποστ. Τσαλαπάτης, Αποστ.-Κων/νος Κωνσταντινίδης Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1, 2, 5 του νόμου 3198/1955 και 1, 3 του νόμου 2112/1920, προκύπτει ότι ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως την σύμβαση εργασίας μισθωτού και έτσι περιήλθε σε υπερημερία, μπορεί να άρει την υπερημερία του, είτε με επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωσή του ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας, ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως (Α.Π. 1721/2008, Α.Π. 405/2008, Α.Π. 752/2007, Α.Π. 150/2006). Μέχρις ότου άρει, κατά τα παραπάνω, την υπερημερία του, υποχρεούται να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του, να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος (Α.Π. 341/2011, Α.Π. 752/2007). Επιπλέον, από τα προαναφερόμενα άρθρα 1 και 3 του νόμου 2112/1920 και 1 και 5 του νόμου 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στο μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως του λόγου που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικώς αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία). Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτήν και όταν κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των, από την σύμβαση εργασίας, υποχρεώσεων του μισθωτού. Όταν όμως ο τελευταίος δεν εκπληρώνει ή εκπληρώνει πλημμελώς τις συμβατικές του υποχρεώσεις κακοβούλως, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη, να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε η ενάσκηση της αξιώσεως για την καταβολή της αποζημιώσεως της απολύσεως υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ. Από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποίαν έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν παραβιάσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4041/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το Δικαστήριο αυτό, ανελέγκτως, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα την 1.12.2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας δύο μηνών, που, μετά την παρέλευσή τους, μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια στο περίπτερο της επιχειρήσεώς του, που λειτουργούσε στον εκθεσιακό χώρο των 120 Ενωμένων Εργοστασίων. Με την από 26.6.2012 απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεταιρισμού, με την επωνυμία "..." κρίνοντας ότι η ενάγουσα είχε προβεί σε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος άλλου κοινοπράκτη κατά παράβαση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του υπόψη Συνεταιρισμού, επέβαλε στον εναγόμενο, ως υπεύθυνο της επιχειρήσεώς του, χρηματικό πρόστιμο ποσού 1.000 ευρώ, καταβλητέο εντός 15 ημερών και την υποχρέωση της προσωρινής απομακρύνσεως της ενάγουσας, επί εξάμηνο, από τον προαναφερόμενο χώρο. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο αλλά και στην ενάγουσα με το υπ' αριθμ. .../27.6.2012 έγγραφο του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο εναγόμενος αμέσως μετά την κοινοποίηση σε αυτόν της παραπάνω αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου προέβη την 28.6.2012 στην καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας, που της επιδόθηκε την αμέσως επομένη ημέρα, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση, για το λόγο ότι, όπως υποστηρίζει στη δήλωση, με δική της ευθύνη και υπαιτιότητα προκλήθηκε η επίμαχη καταγγελία λόγω της διαπράξεως αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος του κοινοπράκτη Α.Κ., που επέσυρε σε βάρος του τις αναφερόμενες πιο πάνω ποινές. Δέχθηκε στην συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι η ανωτέρω καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, δεδομένου ότι, μολονότι δεν πρόκειται για κάποια από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία) έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Ούτε άλλωστε, για σκόπιμη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας, (ώστε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να την απολύσει για να λάβει αυτή την αποζημίωση απολύσεως, όπως ισχυρίζεται) μπορεί να γίνει λόγος. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος, μολονότι αιτιολόγησε την καταγγελία του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, διότι διαφορετικά λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα δεν υπήρχε λόγος να το πράξει, δεν ανέφερε κάτι σχετικό, όπως λογικά θα έπραττε αν ίσχυε κάτι τέτοιο, για να ενισχύσει την θέση του περί μη υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως, αλλά οψίμως προβάλλει τον ισχυρισμό αυτόν. Επομένως, ο εναγόμενος, την 28.6.2012, ενώ δεν επιθυμούσε την συνέχιση της εργασιακής του σχέσεως με την ενάγουσα, λόγω της κατά τα άνω πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων της, κατήγγειλε την ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, χωρίς όμως να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ο ίδιος αν και δεν γνώριζε ότι είχε προηγηθεί παρόμοια αγορά από τον παραπάνω κοινοπράκτη, που στην συνέχεια ακυρώθηκε, όφειλε να καταγγείλει την σύμβαση αυτής εγκύρως, δηλαδή εγγράφως καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση, ασχέτως από τον λόγο που προκάλεσε την καταγγελία. Αφού δε δεν έπραξε τούτο (έγκυρη καταγγελία) η επίδικη σύμβαση εργασίας, εξακολουθεί να υφίσταται και ο εναγόμενος εργοδότης καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας για όλο το χρονικό διάστημα που δεν την απασχολεί και πρέπει να της καταβάλει τους αντίστοιχους μισθούς από τον χρόνο της άκυρης καταγγελίας μέχρι την άρση της υπερημερίας της αυτής (άρθρα 648, 653, 656 εδ. α' του Α.Κ.). Δέχθηκε επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας δεν έγινε με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εναγόμενο εργοδότη της να την απολύσει και να της καταβάλει την αποζημίωση απολύσεως, ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτής για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως να υπερβαίνει προδήλως τα όρια που τάσσει το άρθρο 281 του Α.Κ. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, αν και δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, επιδίκασε την επικουρικά αιτουμένη αποζημίωση απολύσεως δέχθηκε το κύριο αίτημα της αγωγής και επιδίκασε τους αιτουμένους μισθούς υπερημερίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 648, 653, 656 εδ. α' και 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1, 2 και 5 του νόμου 3198/1955 και 1, 3 του νόμου 2112/1920 και ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [(αντιφατική αιτιολογία (Ολ. Α.Π. 1/1999)]. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Α.Π. 622/1983). Εξάλλου το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1547/1997). Αν η ασάφεια, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση εγγράφου ή παράβαση των δικονομικών διατάξεων, ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως απαράδεκτος. Άλλωστε, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα, αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1385/2015, Α.Π. 1379/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι: "Με τα περιστατικά αυτά η παραπάνω καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη, δεδομένου ότι, μολονότι δεν πρόκειται για κάποια από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία), έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επομένως, ο εναγόμενος την 28.6.2012, αφού δεν επιθυμούσε την συνέχιση της εργασιακής του σχέσεως με την ενάγουσα, λόγω της, κατά τα άνω, πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων της, όφειλε να καταγγείλει την σύμβαση αυτής εγκύρως, δηλαδή εγγράφως καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση, ασχέτως από τον λόγο που προκάλεσε την καταγγελία. Αφού δε δεν έπραξε τούτο (έγκυρη καταγγελία), η επίδικη σύμβαση εργασίας, εξακολουθεί να υφίσταται και ο εναγόμενος εργοδότης καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας για όλο το χρονικό διάστημα που δεν την απασχολεί και πρέπει να της καταβάλει τους αντίστοιχους μηνιαίους μισθούς από τον χρόνο της άκυρης καταγγελίας μέχρι την άρση της υπερημερίας του αυτής". Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν του σχετικού, νομίμου και βασίμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.