Άκυρος απόλυση και μισθοί υπερημερίας - Μακροχρόνια αδράνεια για άσκηση αγωγής - Απόρριψη αγωγής για ειδικούς λόγους. Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που διαμορφώθηκαν στη συμπεριφορά των διαδίκων (πολύχρονες δικαστικές πιέσεις, ιδιότητα εργαζομένων και ως μετόχου της εταιρείας κλπ.) η συμπεριφορά της εργαζομένης, συνολικά εκτιμώμενη, με βάση τα απαιτούμενα του αρθ. 281 ΑΚ, είναι καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση κατά την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε επιδικάσει μισθούς υπερημερίας, γιατί δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αλλά αντιθέτως προέβη στην ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στη διεκδίκηση επίδικων μισθών υπερημερίας. Α.Π. 285/2024 Πρόεδρος: Η κ. Μαριάνθη Παγουτέλη Εισηγητής: Η κ. Μαρία - Μάριον Δερεχάνη Δικηγόροι: Ο κ. Δημ. Ζερδελής - Ο κ. Κων. Σφακιανάκης Η κρινόμενη από 23.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης 14/03.03.2022 αίτηση αναίρεσης, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 98/09.06.2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, από 27.07.2020 και με αριθμό κατάθεσης 35/2020, έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 178/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη κατ' αποδοχήν της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ την, από 27.12.2018 και με αριθμό κατάθεσης 351/2018, αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ήδη αναιρεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 578/2022). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 656 και 281 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 1387/2017). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Επομένως, μέσω του εν λόγω αναιρετικού λόγου ελέγχονται οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ορισμένο και συνεπώς το παραδεκτό των ενστάσεων και ειδικότερα αναφορικά με την πληρότητα της έκθεσης από τον ενιστάμενο των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της προβαλλομένης από αυτόν ένστασης (ΑΠ 1210/2022, 1451/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του εν λόγω δικαστηρίου, υπέβαλε την ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος για τη λήψη από αυτήν αποδοχών υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, την οποία περαιτέρω ανέπτυξε με τις έγγραφες προτάσεις της. Η ένσταση αυτή, έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου) με την 178/2020 οριστική απόφασή του ως ουσιαστικά βάσιμη, με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης και κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα άσκησε την από 27.07.2020 (με αριθμό κατάθεσης 35/2020) έφεσή της, την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 20.11.2019 προτάσεών της, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, προβάλλοντας την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος για τη λήψη από αυτήν αποδοχών υπερημερίας, σε σχέση με τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά της (υπόχρεης εναγομένης) εκ της επιχειρούμενης από τη δικαιούχο ενάγουσα ανατροπής της διαμορφωμένης κατάστασης εκ της μακροχρόνιας παράλειψης άσκηση του δικαιώματος, που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό λόγο, αφού εξέθετε ότι η ενάγουσα σε χρονικό σημείο κατά το οποίο γνώριζε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με την εταιρία (εναγομένη) με δική της πρωτοβουλία επιδόθηκε σε σειρά αβάσιμων επιθετικών δικαστικών ενεργειών κατά της εταιρίας (τις οποίες προηγουμένως αναλυτικά περιέγραφε), στις οποίες επέμενε και τις οποίες συνέχιζε επί σειρά ετών παρά τις διαδοχικές απορρίψεις των αιτημάτων της, διασύροντας με ψεύδη και συκοφαντικές διαδόσεις την εταιρία, τα μέλη της Διοίκησής της και τους συνεργάτες της ενώπιον των Αρχών και της τοπικής κοινωνίας, δημιουργώντας έτσι και παγιώνοντας με δική της υπαιτιότητα τη δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης της εταιρίας προς το πρόσωπό της, η οποία καθιστούσε και εξακολουθεί να καθιστά την απασχόλησή της, σε οποιαδήποτε θέση εργασίας, όχι απλώς επαχθή αλλά και επικίνδυνη για τη λειτουργία της εταιρίας, επικαλέσθηκε (όπως επακριβώς και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις από 06.02.2021 προτάσεις της) ότι η ανατροπή της παγιωμένης κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί, όπως προηγουμένως την εξέθετε, λόγω της προγενέστερης συμπεριφοράς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και την οποία η τελευταία επιχειρεί να ανατρέψει με την ένδικη αγωγή, συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες για την ίδια (εναγομένη εταιρία), η οποία θα κληθεί να καταβάλλει το υπέρογκο ποσό που αξιώνει η ενάγουσα για υπηρεσίες που ουδέποτε της προσφέρθηκαν και που άλλωστε ακόμα και εάν της προσφέρονταν δεν θα μπορούσε η ίδια (εταιρία) να αξιοποιήσει και να επωφεληθεί λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο της ενάγουσας με αποκλειστική υπαιτιότητα της τελευταίας, όπως προηγουμένως εξέθετε. Για τη θεμελίωση δε της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της δημιουργηθείσας υπέρ αυτής κατάστασης από την επικαλούμενη αδράνεια και της προηγούμενης συμπεριφοράς της ενάγουσας, ισχυρίστηκε περαιτέρω η εναγομένη ότι η παγιωμένη επί δεκαετία κατάσταση, η ανατροπή της οποίας μετά βεβαιότητος θα επιφέρει δυσμενείς οικονομικές για την ίδια (εναγομένη εταιρία) συνέπειες που συνίστανται στην καταβολή του αξιούμενου στην ένδικη αγωγή υπέρογκου ποσού προς την ενάγουσα, οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά της τελευταίας, η οποία εάν δεν είχε αδρανήσει επί μακρό να δηλώσει προς την εταιρία την προσφορά της εργασίας της και να ασκήσει τη σχετική αξίωση της, η εναγομένη εταιρία θα είχε πλείονες εκ του νόμου δυνατότητες να άρει την υπερημερία της (επαναπρόσληψη, μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία) υφιστάμενου ιδίως του περιγραφόμενου κλονιστικού της σχέσεως εργασίας σπουδαίου λόγου. Με τον πρώτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα και συγκεκριμένα δεν απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος και δη εν σχέσει με τις επαχθείς συνέπειες που προκαλούνται στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη από την καθυστερημένη άσκηση του δικαιώματός της, ως αορίστως προβληθείσα, καθώς η εναγομένη δεν προέβαλε ορισμένα την εν λόγω ένσταση, αφού ουδόλως αναφέρθηκε στην οικονομική της κατάσταση, στα κεφάλαιά της, στον κύκλο εργασιών της, στο είδος και την έκταση των συνεπειών που προκαλούνται σ' αυτήν από την καθυστερημένη άσκηση του δικαιώματος και ουδόλως επικαλέστηκε ότι οι συνέπειες αυτές θα είχαν αποτραπεί, αν η ενάγουσα ασκούσε έγκαιρα τις αξιώσεις της. Η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος (προς λήψη αποδοχών υπερημερίας), εν σχέσει με τις επικαλούμενες δυσμενείς επιπτώσεις που προκαλούνται στην αναιρεσίβλητη από την επιχειρούμενη από την αναιρεσείουσα ανατροπή της μακροχρονίως διαμορφωμένης κατάστασης, είναι ορισμένη, εφόσον εκτίθενται με πληρότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 281 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την ενιστάμενη αναιρεσίβλητη τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της άνω προβαλλόμενης ένστασης ως προς το ανωτέρω ζήτημα των δυσμενών επιπτώσεων, συνιστάμενες στο αξιούμενο από την ενάγουσα υπέρογκο ποσό που θα κληθεί να καταβάλλει η εναγομένη για υπηρεσίες που ουδέποτε της προσφέρθηκαν και τις οποίες ακόμα και εάν της προσφέρονταν δεν θα μπορούσε η εναγομένη να αξιοποιήσει και να επωφεληθεί απ' αυτές, καθώς λόγω των αναφερόμενων ειδικών συνθηκών, κατά τον χρόνο αδράνειας άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας με αποκλειστική υπαιτιότητά της, που επιδόθηκε σε σφοδρές αντιδικίες με την εναγομένη εταιρία, διασύροντάς την με ψεύδη και συκοφαντικές διαδόσεις, δημιούργησε με αποκλειστική υπαιτιότητά της τη δικαιολογημένη έλλειψη εμπιστοσύνης της εταιρίας προς το πρόσωπό της (ενάγουσας), η οποία καθιστά την απασχόλησή της όχι απλώς επαχθή αλλά και επικίνδυνη για τη λειτουργία της εναγομένης εταιρίας. Ενώ περαιτέρω η ενιστάμενη εναγομένη επικαλέστηκε ότι οι δυσμενείς αυτές συνέπειες θα είχαν αποτραπεί, αν η ενάγουσα είχε ασκήσει εγκαίρως τις επίδικες αξιώσεις της, αφού η ίδια θα είχε πλείονες εκ του νόμου δυνατότητες, τις οποίες αναφέρει ενδεικτικά, να άρει την υπερημερία της. Οι ανωτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί μη αναφοράς των σχετικών με την οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης στοιχείων για το ορισμένο της εντάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζονται επί της αναληθούς προϋποθέσεως ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της επικαλέστηκε ότι η ικανοποίηση των αξιώσεων της ενάγουσας θα προκαλέσει σημαντική οικονομική ζημία στην επιχείρησή της (ΑΠ 1775/2017), ενώ εν προκειμένω η εναγομένη προς θεμελίωση της ενστάσεώς της επικαλέστηκε τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα αυτοτελή και ικανά για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος πραγματικά περιστατικά. Επομένως το Εφετείο που απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας της ενστάσεως λόγο εφέσεως, αποδεχθέν ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ήταν ορισμένη δεν έσφαλλε και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016, 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 517/2021, 559/2020, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 517/2021, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1033/2019, 1265/2017, 74/2016). Η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 517/2021, 1373/2019, 1420/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία προσέλαβε την ενάγουσα, την 1.4.2006 με σύμβαση ορισμένου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως υποδιευθύντρια της ξενοδοχειακής μονάδας που διατηρεί στο Ίστρο Λασιθίου μέχρι την 15.10.2006. Πριν τη λήξη της ως άνω σύμβασης αυτή μετετράπη σε αορίστου χρόνου, με ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης της εναγομένης, που απαιτήθηκε καθώς η ενάγουσα ήταν μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής. Με την ως άνω ιδιότητα η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2008, οπότε, έπειτα από την εκδήλωση από μέρους της ενάγουσας, ενεργούσας ως μετόχου της μειοψηφίας και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, αμφισβήτησης σχετικά με τον ορθό τρόπο οικονομικής διαχείρισης της εταιρίας εκ μέρους της πλειοψηφίας των μετόχων (ως θα αναλυθεί κατωτέρω), η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, αρνούμενη έκτοτε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της. Κατόπιν της από 17.9.2008 αγωγής της ενάγουσας η καταγγελία αυτή κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική με την 236/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία η εναγόμενη υποχρεώθηκε να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας, καθώς και ως επίδομα και αποδοχές αδείας για το χρονικό διάστημα από 3.7.2008 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2008 το συνολικό ποσό των 17.674,67 ευρώ. Η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου κατέστη τελεσίδικη με την υπ αρ. 13/2018 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που η εναγόμενη εταιρία άσκησε κατ' αυτής, ... η προαναφερθείσα εφετειακή απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατόπιν τούτων συνάγεται ότι μετά την άσκηση της καταγγελίας, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη όσον αφορά την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας. Με την ένδικη από 27.12.2018 αγωγή, η οποία ασκήθηκε μετά την έκδοση της ως άνω 13/2018 απόφασης που αναγνώρισε τελεσίδικα την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, η ενάγουσα αξιώνει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι και τον μήνα Μάρτιο του 2019. ... παρά το γεγονός ότι η προαναφερθείσα, 236/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που έκρινε άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε αυτήν μισθούς υπερημερίας, δημοσιεύθηκε την 29η.6.2009, η ενάγουσα επιδίωξε την καταβολή μισθών υπερημερίας για το μεταγενέστερο του Δεκεμβρίου του έτους 2009 χρονικό διάστημα σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του έτους 2018, οπότε και άσκησε την ένδικη αγωγή. Είναι γεγονός ότι οι αξιώσεις της για μισθούς υπερημερίας πέντε ετών, που αφορούν την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2013, έχουν υποπέσει στη νόμιμη παραγραφή, ... Ωστόσο, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα να ασκήσει νόμιμα το επίδικο δικαίωμά της από 29.6.2009 που δημοσιεύθηκε η παραπάνω 236/2009 απόφαση και πάντως πολύ πριν την έκδοση της τελεσίδικης 13/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η ενάγουσα άσκησε την από 17.9.2009 (αρ. κατ. 448/2009) αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία να της αποδώσει μισθούς υπερημερίας ποσού 43.506,88 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2008 έως και Δεκέμβριο του 2009 την οποία ουδέποτε συζήτησε καθώς η εκδίκασή της ματαιώθηκε και δεν επιμελήθηκε να επαναφέρει αυτή προς νέα συζήτηση. Μετέπειτα, η ενάγουσα μη ενδιαφερόμενη για την αναζήτηση μισθών υπερημερίας, περιορίσθηκε μόνο στη διεκδίκηση με την από 15.9.2011 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα για τα έτη 2006, 2007 και 2008, καθώς και αποζημίωσης και επιδόματος αδείας για τα έτη 2006 και 2007 συνολικού ποσού 19.188,96 ευρώ ήτοι χρονικού διαστήματος της πραγματικής απασχόλησης προ της καταγγελίας, για την οποία (αγωγή) εκδόθηκε πρωτοδίκως η υπ αρ. 130/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νεάπολης Λασιθίου και κατ' έφεση, η 404/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Επομένως, υπήρξε μακροχρόνια αδράνεια άσκησης του ένδικου δικαιώματος από μέρους της, η οποία εύλογα δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση πως αυτή αδιαφορούσε για την αναζήτηση μισθών υπερημερίας για τον μετέπειτα του Δεκεμβρίου του 2008 χρόνο, όσο και για τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας μη απαιτουμένης και της πραγματικής προσφοράς της εργασίας της στο πλαίσιο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για την υπερημερία του εργοδότη (...). Εν τω μεταξύ, το ίδιο χρονικό διάστημα, η ενάγουσα επιδόθηκε σε έτερες δικαστικές ενέργειες για την ικανοποίηση άλλων δικαιωμάτων της, πλην του επιδίκου. Ειδικότερα, προέβη επανειλημμένα στην άσκηση δικαστικών και εξώδικων ενεργειών από κοινού με άλλους μετόχους (...) ζητώντας: την ακύρωση γενικών συνελεύσεων της εναγομένης εταιρείας (βλ. 63/2012 απορριπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου), την αναστολή εκτέλεσης αποφάσεων ΓΣ (βλ. 643/2010 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου), αξίωσε με αγωγή (259/2010) την καταβολή μισθών ως μέλος του ΔΣ για το διάστημα από 2004 - 2008, εφ' ής εκδόθηκε η 132/2013 απορριπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ζήτησε την άσκηση διαχειριστικού ελέγχου της εταιρείας για τα έτη 2003-2009, προέβη στην υποβολή της από 4.9.2014 μηνύσεως κατά 12 μηνυομένων ήτοι των λοιπών μετόχων ως μελών του ΔΣ και των λογιστών, ορκωτών ελεγκτών της εναγομένης (ABM Α2014/938) εφ' ής εκδόθηκε το υπ αρ. 12/2018 απαλλακτικό βούλευμα, στην υποβολή την 17.10.2014 καταγγελίας στην Διεύθυνση Ανάπτυξης με έλεγχο προς το ΣΔΟΕ κ.α.. Με την παραπάνω συμπεριφορά της, δημιούργησε καταστάσεις, τέτοιες που επέφεραν σημαντική διάρρηξη της εμπιστοσύνης της εταιρείας προς το πρόσωπο της. Όλες οι παραπάνω ενέργειες που αναφέρθηκαν αφορούσαν την ιδιότητα της ως μετόχου και αποδυνάμωσαν το ένδικο δικαίωμά της ως και την πρόθεση συνέχισης της εργασιακής της σχέσης μετά την υπερημερία της εναγομένης. Βάσει των ειδικών αυτών περιστάσεων που διαμορφώθηκαν κατά το μακροχρόνιο διάστημα των δέκα περίπου ετών, η συμπεριφορά της ενάγουσας σε σχέση με το ένδικο δικαίωμά της ήταν αντιφατική, ενώ η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος τούτου κρίνεται συνάμα καταχρηστική ως μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο διότι, ενώ αυτή είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ανά πάσα στιγμή μετά την έκδοση της 236/2009 απόφασης την επίδικη αξίωσή της, αντιθέτως, επί 9,5 και πλέον χρόνια επέδειξε πολυετή αδράνεια προκαλώντας με την παραπάνω συμπεριφορά και δια των αλλεπάλληλων δικαστικών ενεργειών της, άλλες ειδικές συνθήκες, οι οποίες δημιούργησαν στην εργοδότρια εταιρεία εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμα και ότι δεν είχε πρόθεση να επανέλθει στην εργασία που ασκούσε προηγουμένως, ώστε η τελευταία να αποδεχθεί τυχόν υπηρεσίες της ή να προσκαλέσει αυτή σε απασχόληση, ... η αναμονή της έκδοσης της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου για την ακυρότητα της καταγγελίας ... δεν συνιστούν αποτρεπτικούς ή δικαιολογητικούς λόγους μη άσκησης των ενδίκων δικαιωμάτων της. Η επιλογή της ενάγουσας να διεκδικήσει δικαστικά μόνο αξιώσεις που αφορούσαν το χρόνο της πραγματικής απασχόλησης έως την καταγγελία της σύμβασης αλλά και η επιμονή που αυτή επέδειξε στη δικαστική και εξώδικη επιδίωξη άλλων δικαιωμάτων της εκ της ιδιότητας της ως μετόχου ή μέλους του ΔΣ της εναγομένης εταιρείας, που έλαβαν χώρα από το 2009 έως το 2016, συνηγορούν στην μεταστροφή του ενδιαφέροντος της και δεν δικαιολογούν την επί μακρό διατήρηση της αδράνειας που προαναφέρθηκε. ... Ενόψει τούτων, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνεται ότι η άσκηση της κρινόμενης αγωγής, με την οποία η ενάγουσα αιτείται την καταβολή του ποσού των 237.588,18 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για την τελευταία πενταετία προ του χρόνου άσκησης αυτής (από 1.1.2013 μέχρι τον Μάρτιο 2019), τείνει στην ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις συγκεκριμένες ως άνω συνθήκες, διατηρήθηκε για πολύ χρόνο και προκαλεί συγχρόνως συνέπειες για την υπόχρεο εταιρεία, οι οποίες καθίστανται δυσμενείς στα συμφέροντά της (...) αφενός λόγω του ύψους του αξιωμένου ποσού, αφετέρου λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που διαμορφώθηκαν στη συμπεριφορά μεταξύ των διαδίκων εξαιτίας των πολύχρονων δικαστικών και εξώδικων πιέσεων της ενάγουσας για άλλους λόγους πλην των επίδικων αξιώσεων, οι οποίες επέφεραν αρνητικές για την εταιρεία καταστάσεις, ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας, καθώς αυτές θα είχαν αποτραπεί αν η ενάγουσα ασκούσε έγκαιρα τις ένδικες αξιώσεις της (...). Επομένως, η προκείμενη συμπεριφορά της ενάγουσας, συνολικά εκτιμώμενη με βάση τα απαιτούμενα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, .... είναι καταχρηστική, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή τη σχετική, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση της ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένης και, ακολούθως, είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (όπως η έννοια αυτής αναλύεται στη νομική σκέψη του πρώτου λόγου αναίρεσης), αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στη διεκδίκηση από την ενάγουσα των επίδικων μισθών υπερημερίας από 01.01.2013 έως τον Μάρτιο του 2019. Επίσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω διάταξη, διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας να διεκδικήσει τις εν λόγω αξιώσεις υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή (ή μη) εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αναφέρονται συγκεκριμένες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνέτρεχαν κατά τον ενδιάμεσο χρόνο αδράνειας των δέκα περίπου ετών από την έκδοση, στις 29.06.2009, της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και υποχρέωσε την εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, οπότε η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει νόμιμα το επίδικο δικαίωμά της για περαιτέρω μισθούς υπερημερίας, έως την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, που επικύρωσε την ανωτέρω πρωτόδική απόφαση, τον Δεκέμβριο του έτους 2018 (οπότε και άσκησε την ένδικη αγωγή), όπως η έλλειψη ενδιαφέροντος της ενάγουσας για αναζήτηση των μισθών υπερημερίας του ενδιάμεσου αυτού χρονικού διαστήματος (εγκατάλειψη αγωγής αδίκαστης, παραγραφή αξιώσεων), η επιλογή της να διεκδικήσει δικαστικά μόνον αξιώσεις που αφορούσαν το χρόνο της πραγματικής της απασχόλησης έως την καταγγελία της σύμβασης και η επιμονή που επέδειξε στη δικαστική και εξώδικη επιδίωξη άλλων δικαιωμάτων της εκ της ιδιότητας της ως μετόχου ή μέλους του ΔΣ της εναγομένης εταιρίας, όπως αναλυτικά στην απόφαση αναφέρονται, οι οποίες (ειδικές συνθήκες και περιστάσεις), ενόψει και της μακροχρόνιας αδράνειας, δημιούργησαν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητο την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν είχε πρόθεση να επανέλθει στην εργασία που ασκούσε προηγουμένως και δεν θα ασκήσει τις επίδικες αξιώσεις της, ενώ η μεταγενέστερη, με την ένδικη αγωγή, άσκηση αυτών, που τείνει σε ανατροπή της διαμορφωμένης κατάστασης, προκάλεσαν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητο τις αναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες, πραγματικά περιστατικά τα οποία το Εφετείο υπήγαγε ορθά στην περί καταχρήσεως δικαιώματος διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα οποία αναφέρονται σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αποδοχής της ένστασης της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και ειδικώς ως προς τις δημιουργηθείσες δυσμενείς συνέπειες για τα συμφέροντα της εναγομένης εταιρίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται επιπλέον στην αναιρεσιβαλλομένη η οικονομική κατάσταση αυτής (εταιρίας), αφού δεν γίνεται αναφορά σε πρόκληση σημαντικής οικονομικής ζημίας στην επιχείρησή της (ΑΠ 1775/2017), ούτε ήταν αναγκαία περαιτέρω αιτιολόγηση του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας που την έκανε δεκτή, είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Για τους λόγους αυτούς ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23.02.2022 και με αριθμό κατάθεσης 14/03.03.2022 αίτηση αναίρεσης της 98/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.